Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

3. 1 Περί Έλληνος




ΣΤΗΛΗ 3. Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟΤΗΤΟΣ =========================================

3.1. Πολλοι λογον μη μαθοντες ζωσι κατά λογον ( Πολλοι οι οποιοι δεν εμαθαν λογικην, ζουν όμως συμφωνως με την λογικην). ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ. Στοβαιου Ανθολογια

3.2. Το της φυσεως ελλιπες δει διορθουσθαι τη καλοκαγαθια. ( Όταν η φυσις του ανθρωπου είναι ελλιπες πρεπει να διορθωνεται με την καλοκαγαθια). ΒΙΑΣ

3.3. Καν τοις αγροικοις εστι παιδειας ερως. ( Και στους αξεστους παρατηρειται επιθυμια δια μορφωσην). ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ. Γνωμ. Μον.

3.4 Σαλμωνευς δε το μεν πρωτον περι Θεσσαλιαν κατωκει, παραγενομενος δε αυθις εις Ηλιν εκει πολιν εκτισεν, υβριστης δε ων και τω Διι εξισουσθαι θελων δια την ασεβειαν εκολασθη, ελεγε γαρ εαυτον είναι Δια, και τας εκεινους θυσιας αφελομενος εαυτω προσετασσε θυειν , και βυρσας μεν εξηραμμενας εξ αρματος μετα λεβητων χαλκων συρων ελεγε βρονταν , βαλλων δε εις ουρανον αιθομενας λαμπαδας ελεγεν αστραπτειν. Ζευς δε αυτόν κεραυνωσας την κτισθεισαν υπ’ αυτου πολιν και τους οικητορας ηφανισε παντας. ( Ο Σαλμωνευς εις την αρχη κατοικουσε στην Θεσσαλιαν, αλλ’ αργοτερον ηλθον στην Ηλιδα κι εκτισε εκει μιαν πολιν. Επειδη όμως ητο φαντασμενος κι ηθελε να εμφανιζεται ιδιος ως Ζευς ετιμωρηθη για την ασεβειαν του. Ελεγε λοιπον ότι αυτος ητο ο Ζευς κι’ απαγορευοντας τις θυσιες προς τον Διαν διετασσε να τις προσφερουν σ’ αυτόν. Κι εσερνε οπισων από το αρμαν του ξερα δεματα και χαλκινους λεβητας, λεγοντας πως βροντα και με τα αναμενα δαδια που σφεντονιζε στον ουρανον ελεγε πως αστραπτει. Κι ο Ζευς τον κατακεραυνωσε κι’ αφανισε την πολιν, που εκτισε, με ολους τους κατοικους της ). ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Βιβλιοθηκη, βιβλιον Α. ΙΧ. 7.

3.5 ( Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ) και την ψυχην δε ασωματον, εντελεχεια ουσαν την πρωτην σωματος [γαρ] φυσικου και οργανικου δυναμει ζωην εχοντος ( την ψυχην την θεωρουσε ασωματον, καθοσον είναι η πρωτη εντελεχεια ενός φυσικου οργανικου σωματος που δυνητικως εχει ζωη ) ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ. ΒΙΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ 32

3.6 διττη δ’ εστιν αυτή κατ’ αυτόν, λεγει δ’ εντελεχειαν ης εστιν ειδος τι ασωματος, η μεν κατά δυναμιν, ως εν τω κηρω ο Ερμης επιτηδειοτητα εχοντι επιδειξασθαι τους χαρακτηρας, και ο εν τω χαλκω ανδριας, καθ’ εξιν δε λεγεται εντελεχεια η του συντελεσμενου Ερμου η ανδριαντος, σωματος δε φυσικου. ( με τον ορον δε εντελεχεια εννοει εκεινο που εχει ασωματον μορφην, είναι δε κατ’ αυτόν ,διπλη αυτή η εντελεχεια, εντελεχεια κατά δυναμιν , που είναι όπως το κερι εχει την ικανοτητα να δεχθη τα χαρακτηριστικα του Ερμου και ο χαλκος τα χαρακτηριστικα του ανδριαντος, εντελεχεια δε πραγματωμενη είναι εκεινη του κατασκευασμενου Ερμου η του ανδριαντος, η ψυχη είναι εντελεχεια «φυσικου σωματος» ) ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ. ΒΙΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ 33

3.7 εμψυχον δε παντως δια το εμψυχω φορα δεδεσθαι, ινα δε ο κοσμος τελειωθη γενομενος ομοιως τω νοητω ζωω, την των αλλων ζωων γενεσθαι φυσιν, επει ουν εκεινο εχει, και τον ουρανον δειν εχειν, θεους μεν ουν εχειν το πολύ πυρινους. ( είναι δε ο κοσμος εμψυχος, γιατι είναι γενομενος ομοιος προς το νοητον ζωον, εδημιουργηθη η φυσις ολων των αλλων ζωων, μιας λοιπον που το προτυπον τους τα εχει αυτά, και ο κοσμος ωφειλη να τα εχη, και τοιουτοτροπως περιεχει θεους πυρινης κατά το πλειστον φυσεως ) ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ. ΒΙΟΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 74

3.8 αθανατον ελεγε την ψυχην και πολλα μεταμφιεννυμενην σωματα, αρχην τε εχειν αριθμητικην, το δε σωμα γεωμετρικην, ωριζετο δε αυτην ιδεαν του παντη διεστωτος πνευματος,αυτοκινητον τε είναι ( η ψυχη είναι αθανατη, λεγει, ότι περνα από πολλα σωματα, και ότι εχει αριθμητικην αρχην, το δε σωμα γεωμετρικην, την ωριζε δε σαν Ιδεα ζωτικης πνοης, διαχυμενη προς ολες τις διευθυνσεις , και κινει η ιδια τον εαυτον της ) ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ .ΒΙΟΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 67

3.9 ουδε μην γενεσις εστι, φασιν, ουτε γαρ το ον γινεται, εστι γαρ, ουτε το μη ον, ουδε γαρ υφεστηκε, το δε μη υφεστως μηδ’ ον ουδε το γινεσθαι ευτυχηκε. ( αλλα ουτε γενεσις υπαρχει εις την υπαρξιν, διοτι ουτε το ον, το υπαρχων, ερχεται στην υπαρξιν, αφου υπαρχει ηδη, ουτε το μη ον διοτι δεν εχει υποστασιακη υπαρξις, δεν υφισταται [ ακομη και ο σκεπτικισμος του Πυρρωνος βιωνη λογικως εντος του συμπατικου ] ) ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ ΒΙΟΣ ΠΥΡΡΩΝΟΣ 100

3.10 «πρωτον μεν ότι ουθεν γινεται εκ του μη οντος, παν γαρ εκ παντος εγινετ΄ αν σπερματων γε ουθεν προσδεομενον, και ει εφθειρετο δε το αφανιζομενον εις το μη ον, παντα αν απωλωλει τα πραγματα, ουκ οντων εις α διελυετο» ( «τιποτε δεν γεννιεται από το μη ον, διοτι εάν το κάθε πραγμα, για να γινη , δεν χρειαζοταν σπερματα, το κάθε τι ητο δυνατον να γεννηθη από το κάθε τι, αν εκεινο που χανεται από τα ματιαν μας διαλυονταν σε μη ον, όλα τα πραγματα θα ειχαν χαθη επειδη εκεινον εις το οποιον θα διαλυονταν θα ητο το μη ον» ) ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Διογενης Λαερτιος, βιος Επικουρου 39

3.11 τα τε των μαινομενων φαντασματα και <τα> κατ’ οναρ αληθη, κινει γαρ, το δε μη ον ου κινει ( ακομη και των τρελλων οι παραστασεις κι οσες εχουν εις τον υπνον τους, αληθινες είναι, διοτι προκαλουν κινησιν στον νουν, ενώ το μη ον δεν προκαλει τιποτε [ όταν ο Ορεστης ενομιζεν ότι εβλεπε Ερινυες, η αισθησις γεννημενη από ειδωλα ητο σωστη, διοτι τα ειδωλα ησαν πραγματικα, ο νους όμως που πιστευε τις Ερινυες χειροπιαστες . Ιδε Σεξτος Εμπειρικος . Αντιλαμβανομεθα ότι ο συμπατικος μυστικισμος είναι λογικος διοτι πηγαζει από την φυσιν του συμπαντος χωρου] ) ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Διογενης Λαερτιος, βιος Επικουρου 32

3.12 η ψυχη σωμα εστι λεπτομερες παρ’ ολον το αθροισμα παρεσπαρμενον, προσεμφερεστατον δε πνευματι θερμου τινα κρασιν εχοντι και πη μεν τουτω προσεμφερες ( η ψυχη είναι σωμα εκ λεπτοτατων μερων απαρτιζομενον, κατεσπαρμενον εις ολοκληρον το αθροισμα των σωματικων μοριων, ομοιοτατον προς ανεμον αναμικτον με θερμοτητα ) ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Διογενης Λαερτιος, βιος Επικουρου 63

3.13 είναι δε την ψυχην αποσπασμα αιθερος και του θερμου και του ψυχρου, τω συμμετεχειν ψυχρου αιθερος διαφερειν ψυχην ζωης, αθανατον τα’ είναι αυτην, επειδηπερ και το αφ’ ου απεσπασται αθανατον εστι ( η ψυχη είναι αποσπασμα από αιθερα και θερμον και ψυχρον , καθ’ οσον συμμετεχει και ψυχρου αιθερος, διαφερει δε η ψυχη από την ζωην, διοτι αυτή είναι αθανατη, εφ’ οσον αθανατον είναι και εκεινο από το οποιον απεσπασθη ) ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ. Διογενης Λαερτιος, βιος Πυθαγορου 28

3.14 πρωτος τε απεφηνατο ότι παν το γινομενον φθαρτον εστι και η ψυχη πνευμα ( και πρωτος ο Ξενοφανης ειπε ότι κάθε τι που ερχεται εις υπαρξιν είναι φθαρτον και ότι η ψυχη είναι πνοη [πνευμα] ) ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, ΒΙΟΣ ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ 19

3.15 και την ψυχη και τον νουν ταυτον είναι ( και η ψυχη και ο νους είναι το ιδιον ) ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ. Διογενης Λαερτιος, βιος Παρμενιδου 22

3.16 γεγενησθαι δε την των παντων φυσιν εκ θερμου και ψυχρου και ξυρου και υγρου, λαμβανοντων αυτων εις αλληλα την μεταβολην γενεσιν τε ανθρωπων εκ γης είναι και ψυχην κραμα υπαρχειν εκ των προειρημενων κατά μηδενος τουτων επικρατησιν ( η ουσια των πραγματων προερχεται από το θερμον και το ξηρον και το υγρον, τα οποια μεταβαλλονται το ένα εις το αλλον, η γενεσις των ανθρωπων προερχεται από την γην, η δε ψυχη είναι κραμα από όλα τα προαναφερθεντα τα οποια συγχωνευονται κατά τροπον που κανενα από αυτά να μην επικρατη ) ΖΗΝΩΝ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ. Διογενης Λαερτιος ,βιος Ζηνωνος Ελαιατου 29

3.17 διττον δ’ είναι το αθεον, τον τ’ εναντιως τω θειω λεγομενον και τον εξουθενητικον του θειου ( η αθεΐα, όμως λεγεται με δυο σημασιες, η μια αντιτιθεται εις την θεοσεβειαν, η άλλη δηλωνει εκεινον που αγνοει καθ’ ολοκληριαν το θειον ) ΖΗΝΩΝ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ ΚΥΠΡΟΥ .Διογενης Λαερτιος, βιος Ζηνωνος Κιτιεως 119

3.18 την δε ψυχην αισθητικην <φυσιν> , ταυτην δ’ είναι το συμφυες ημιν πνευμα, διο και σωμα είναι και μετα τον θανατον επιμενειν φθαρτην δ’ υπαρχειν, την δε των ολων αφθαρτον, ης μερη είναι τας εν τοις ζωοις) ( η δε ψυχη είναι μια φυσις ικανη να αντιλαμβανεται, την βλεπουν δε ως συμφυη με μιας πνοης της ζωης, εξ αυτου συναγουν το συμπερασμα ότι εχει σωματικην υποστασιν και ότι υπαρχει και μετα θανατου, ωστοσον υποκειται εις εξαφανισμον, η ψυχη όμως του συμπαντος, μερη της οποιας είναι οι ατομικες ψυχες των ζωντανων οντων, τυγχανει ανεξολοθρευτη, αφθαρτη ) ΖΗΝΩΝ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ ΚΥΠΡΟΥ. Διογενης Λαερτιος, βιος Ζηνωνος Κιτιεως 156

3.19 ανθρωπου δε σπερμα, ο μεθιησιν ο ανθρωπος μεθ’ υγρου, συγκιρνασθαι τοις της ψυχης μερεσι κατά μιγμον του των προγονων λογου, είναι δ’ αυτό Χρυσιππος φησιν εν τη δευτερα των Φυσικων πνευμα κατά την ουσιαν. ( του δε ανθρωπου το σπερμα που μια ανθρωπινη πηγη μεταβιβαζει μεσω υγρου οχηματος, αναμιγνυεται με τα μερη της ψυχης εις την ιδιαν αναλογια που αυτά παρουσιαζονται εις τους προγονους, είναι δε αυτό, κατά τον Χρυσιππον, ζωτικη πνοη ) ΖΗΝΩΝ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ ΚΥΠΡΟΥ. Διογενης Λαερτιος, βιος Ζηνωνος Κιτιεως 159

3.20 τεσσαρες δε εισιν αρχαι παντων, ζωης μεν η πρωτη κινησεως δε η δευτερα γενεσεως δε η τριτη φθορας δε η τελευταια ( τεσσαρες είναι αι αρχαι των παντων, η πρωτη της ζωης, η δευτερα της κινησεως, η τριτη της γενεσεως και η τελευαια της φθορας ) ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ. Σωκρατους Δαιμονιον 591 Β


ΠΕΡΙ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟΥ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ

3.1.1. αμφι δε πηγας άλλος εγερσινοοιο μεθης ετεροφρονι παλμω υδρηλην εδιωκεν ανειμονα Νηΐδα κουρην, και νυ κε νηχομενην λασιω πηχυνεν αγοστω, ει μη μιν φθαμενη βυθιω κεκαλυπτο ρεεθρω, μουνω δ’ οινοποτηρι Διωνυσω πορε Ρειη λυσσαλεης αμεθυστον αλεξητειραν αναγκης. Πολλοι δ’ ευκεραων Σατυρων φιλοπαιγμονι ταρσω εις χορον οιστρηθεντες εκωμασαν, ων ο μεν αυτων θερμον εχων νεον οιστρον υπο φρενα, πομπον Ερωτων, πηχεΐ λαχνηεντι μεσην ηγκασσατο Βακχην, ος δε νοοπλαγκτοιο μεθης δεδονημενος οιστρω παρθενικης αγαμοιο σαοφρονος ηψατο μιτρης, αυ ερυων επι ακαυπριν απειθεος ειματα νυμφης, χειρι δ’ οπισθοβολω ροδεων επαφησατο μηρων, και τις αναινομενην ανεσειρασε μυστιδα κουρην λαμπαδα νυκτιχορευτον αναπτομενην Διονυσω, ος δε περι στερνοις πεφιδημενα δακτυλα βαλλων οιδαλεην εθλιψεν ακαμπεος αντυγα μαζου. Και γλκερης Διονυσος εης μετα κωμον οπωρης δυσατο κυδιοων Κυβεληιδος αντρα θεαινης, κληματα βοτρυοεντα φιλανθεΐ χειρι τιταινων, Μαιονιην δ’ εδιδαξεν εην αγρυπνον εορτην ( διπλα εις μια πηγη, άλλος Σατυρος ξεσηκωμενος μεσα εις την μεθη του κατεδιωκε μια γυμνη Ναΐαδα, κορη του νερου, κι ενώ αυτή κολυμπουσε, απλωνε το δασυτριχον χεριν του κι ηταν ετοιμος να την αγκαλιαση, αλλα εκεινη προλαβε να κρυφθη εις τα βαθη του νερου, μονον εις τον Διονυσον, απ’ ολους τους κρασοποτες, εδωσε η θεα η Ρεα τον αμεθυστον, που κρατα μακρια την λυσσαλεα αναγκη της μεθης. Πολλοι από τους κερασφορους [ αυτοι που εχου κερατα εις την κεφαλην] Σατυρους με παιγνιδιαρικα πηδηματα το ερριξαν εις τον χορον και γλεντι, ενας από αυτους από καινουργιον φλογερον οιστρον κτυπηθη κατακαρδα, από τον οιστρον που οδηγη εις το ερωτικον σμιξιμον, και με το τριχωτον του μπρατσο αγκαλιασε από την μεση μια Βακχιδα, τυφλα εις το μεθυσι τραβηξε της αγαμης κορης την παρθενικην, σοφα φιλαγμενη ζωνην, εσχισε εις το ονομα της Κυπριδος τα ρουχα της κορης που προσπαθουσε να αντισταθη και εκλεισε εις τις χουφτες του το πισω μερος των ροδινων μηρων της. Ενας άλλος εσυρε με την βιαν μια κοπελια που συμμετειχε εις του Βακχου τα μυστηρια, την στιγμην που εκεινη αναβε μια λαμπαδα για τους νυκτερινους χορους του Διονυσου, απαλα ακουμπησε εις την αρχην τα δακτυλα του εις τα στηθη της κι επειτα μαλαξε με ορμη τους στητους μαστους, μετα το γλεντι του γλυκου καρπου, ο Διονυσος μπηκε θριαμβευτης εις το αντρο της θεας Κυβελης, κρατωντας εις το ανθοστολιστον χεριν του κληματα γεματα σταφυλια, εκει διδαξε εις την Μαιονια ολην την εορτην της ολονυκτιας ) ΝΟΝΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ. Ραψωδια ΙΒ΄ 375-397

3.1.2. Και τις ενι ξυλοχοις ορεσιτροφος ενθεε βουτης, ιθυτενης, περιμετρος, υπερτερος ηλικος ηβης, ουνομα οι πελεν Υμνος, ος αγριαδος μεσον υλης ιμερτας ενομευε βοας παρα γειτονι κουρη, και νομιην ερατησι καλαυροπα χερσι τινασσων εις βαθυν ηλθεν ερωτα και ουκετι τερπετο ποιμνη, εικελος Αγχιση ροδοειδεΐ, του ποτε Κυπρις αργεννην ενομευεν ορεσσινομων στιχα ταυρων κεστον ελαφριζουσα βοοσσοον, αμφι δε λοχμην βουκολος αγρωσσουσαν ιδων χιονωδεα κουρην ου βοεης αγελης εμπαζετο, φοιταλεη δε εις ελος αυτοκελευστος εβοσκετο πορτις ερημη αρχαιου δυσερωτος απολαγχθεισα νομηος, και δαμαλη πεφορητο περισκαιρουσα κολωναις ποιμενα μαστευουσα, νεος δ’ επλαζετο βουτης παρθενικης οροων ροδοειδεα κυκλα προσωπου. ( εκεινην την εποχην μεσα εις τους δρυμους ανθιζε και η ομορφια ενός βουκολου, ηταν στητος, ευσωμος, υψηλοτερος απ’ ότι ταιριαζε εις την ηλικιαν του, τον ελεγαν Υμνον, και μεσα εις το δασος το αγριον το κοπαδιν του εβοσκε, πλησιον εις τα μερη που συχναζε η κορη, [η Νικαια] εκει λοιπον , που επαιζε εις τα χεριαν του τα ποθητα την ποιμενικην καλαυροπα [καλαυροψ= ποιμενικη ραυδος η αγκλιτσα] , επεσε ο νεος σε ερωτα βαθυ και το κοπαδιν του δεν τον ευχαριστουσε πια, ομοιαζε ο νεος με τον ροδαλον Αγχισην, που μια φορα κι έναν καιρον που εβοσκε η Κυπρις το λαμπρον κοπαδιν των ορεσιβιων ταυρων του, οδηγωντας το με την ζωνην της, σαν ειδε, λοιπον, ο βουκολος την χιονολευκη κορη να κυνηγα μεσα εις τα φαραγγια, ουτε νοιαζοταν πια για το κοπαδιν του, ερημα περιπλανιονταν τα βοδια και εβοσκαν εις τους βαλτοτοπους, ξεκομμενα από τον παλαιον, ερωτοκτυπημενον αφεντην τους και τα μικρα δαμαλια τριγυριζαν με ρυθμικον βημα εις τα βουνα, αναζητωντας τον νεαρον βοσκον τους, που με την σειραν του πλανιοταν γυρευοντας το ροδινον προσωπον της κορης ) ΝΟΝΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ. Ραψωδια ΙΕ΄ 204-231

3.1.3. Και δολοεις ερεθιζεν Ερως ποθεοντα νομηα οιστρω λαβροτερω δεδονημενον, εν σκοπελοις γαρ παρθενικης ακιχητον επεσσυμενης δρομον αγρης πεπλον ολον κολπωσεν ες ηερα κουφος αητης, και χροος ηνθεε καλλος, ελευκαινοντο δε μηροι και σφυρα φοινισσοντο, και ως κρινον, ως ανεμωνη χιονεων μελεων ροδοεις ανεφαινετο λειμων, και νεος ιμεροφοιτος εχων ακορητον οπωπην ασκεπεων εδοκευεν ελευθερον αντυγα μηρων [………. …….[χωδεα [……. Βοτρυν οπισθοποροιο κομης ελελιζεν κομαων λευκοφαης σελαγιζε μεσος γυμνουμενος αυχην……..πως παλιν ιδρωουσα λοεσσατο χευματι πηγης ημιφανης, και μαλλον αει μιμνησκετο πεπλου, οπποτε μιν δονεων και ες ομφαλον αχρις αειρων γυμνωσας χροος ανθος ανηκοντιζεν αητης, κεινου μνηστιν εχων γλυκερας ικετευεν αελλας, οφρα παλιν βαθυκολπον αναστειλωσι χιτωνα ( ο δολερος ο Ερως συνδαυλιζε τον ποθον του βοσκου [Υμνου] και τον κεντριζε με οιστρο ακομη πιο αγριο, γιατι ο ανεμος, καθως η κορη [ η Νικαια] ετρεχε απιαστη επανω εις τα βουνα, του κυνηγου την στρατα, φουσκωνε τα πεπλα της και τ’ ανασηκωνε, τοτε ελαμπε το καλλον της σαρκος της, ασπριζαν οι μηροι της και ροδιζαν οι αστραγαλοι της, και των χιονολευκων μελων της ο ροδοχρωμος λειμων φανταζε γεματος κρινα κι ανεμωνες, ο νεος ο ποθοβλητος μ’ αχορταγο βλεμμα παρατηρουσε τους ξεσκεπους ελευθερους μηρους της, της ξεπλεκης κορης της μπουκλες, τις ραπιζε ο ανεμος και τις σηκωνε ελαυρα, δεξια κι αριστερα αφηνοντας καταμεσης να φεγγη γυμνος ο ολολευκος αυχην της……..οταν ιδρωνε, λουζοταν μισοκρυμμενη εις τα νερα μιας πηγης, και πολύ περισσοτερον θυμοταν τα πεπλα της, κάθε φορα που τα δονουσε ο ανεμος και τα σηκωνε ως τον αφαλον της γυμνωνοντας το ανθος του κορμιου της, με αυτην την αναμνησην ικετευε [ο Υμνος] τους γλυκους ανεμους να της ανασηκωσουν παλι τον πολυπτυχον χιτωνα της ) ΝΟΝΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ. Ραψωδια ΙΕ΄ 220-232 249-254

3.1.4. εν δε ρεεθροις νηχομενην Διονυσος ιδων γυμνοχροα κουρην ηδυμανη πυροεντι νοον δεδονητο βελεμνω, ηιε δ’ ενθα και ενθα, λαγωβολος οπποθι κουρη, πη μεν οπιπευων ελικωδεα βοστρυχα χαιτης εις δρομον ιεμενης δεδονημενα κυκλασιν αυραις, πη δε παρελκομενων πλοκαμων στιλβοντα δοκευων αυχενα γυμνωθεντα, σελας πεμποντα Σεληνης ( διεκρινε ο Διονυσος την ολογυμνη κορη [την Νικαια] να κολυμβα κι από τη φλογερη σαγιτα συγκλονιστηκε ο φιληδονος νους του, αρχισε να ακολουθη εδώ κι εκει την λογοκυνηγητρια κορη, ποτε για να «κατασκοπευση» τις μπουκλες της κομης της να ανεμιζουν, καθως ετρεχε εις τους κυκλους των ανεμων, και ποτε το γυμνο αστραφτερο αυχηναν της, οπου ακτινοβολουσε το φως της Σεληνης κάθε φορα που τα μαλλιαν της γλυστρουσαν από επανω της ) ΝΟΝΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ. Ραψωδια ΙΣΤ΄ 11-18

3.1.5. και Σατυρων αμελησε και ουκετι τερπετο Βακχαις, παπταινων δ’ ες Ολυμπον ερωτοκοτω φατο φωνη, « Ιξομαι, ηχι πελει δροσερος δρομος, ηχι φαρετρη, ηχι βελος και τοξον επηρατον, ηχι και αυται παρθενικης αγαμοιο νυρου πνειουσι χαμευναι, ψαυσω και σταλικων και δικτυα χερσι πετασσω, αγρωσω και εγωγε και ηθαδα νεβρον ολεσσω, ει δε μοι ως βαρυθυμος ονειδισσειεν Αμαζων θηλυν ερευγομενη μηλιηδεος ογκον απειλης, κουρης χωομενης επι γουνασι χειρα πελασσω, ψαυων ως ικετης ερατου χροος, ου μεν ελαιης θαλλον αερταζων, ότι δενδρεον εστιν Αθηνης περθενικης αγαμου και αθελγεος, αντι δε πικρου ακρεμονος λιποωντος εμη μελιηδεΐ νυμφη οινοπα καρπον εχοντα μελιρραθαμιγγος οπωρης βοτρυν αερταζων ικετησιον, ην δε χαλεψη παρθενος αγκυλοτοξος, εμω χροΐ μη δορυ πηξη, μη βελος αυ ερυσειε μιαιφονον, αιδομενη δε ακροτατω πληξειεν εμον δεμας ηδεΐ τοξω, πληγης ουκ αλεγω φρενοθελγεος , ην δ’ εθεληση, ιμερταις παλαμησιν εμων δραξαιτο κομαων, σφιγγομενης ερυουσα θελημονα βοστρυχα χαιτης, ου μεν ερητυσω ποτε παρθενον, ως κοτεων δε δεξιτερην σφιγγουσαν αφειδεΐ χειρι πιεζω δακτυλα φοινισσοντα λαβων γαμψωνυχι δεσμω, Κυπριδιου καματοιο παρηγορα, παρθενικη γαρ καλλος ολον συλησεν Ολυμπον, ιλαθι, Κερνη ( παρατησε και τους Σατυρους [ ο Διονυσος προς χαριν της Νικαιας κορης ], και ουτε τον ευχαριστουσε πια η συντροφια των Βακχιδων, καρφωσε την ματιαν του εις τον Ολυμπον και ειπε με θερμη από Ερωτα φωνη : «Θα παω εκει, οπου είναι ο δρομος δροσερος, εκει οπου ευρισκεται η φαρετρα, το βελος, και το τοξον το γεματο χαριν, εκει οπου ακομη και τα χαμολουλουδα ευωδιαζουν από τον μυρον της αγνης κορης, θα ακουμπησω τους κυνηγετικους πασσαλους της και θα βγω για κυνηγι και θα σκοτωσω ελαφους, όπως ολοι, μα αν τα βαλη μαζι μου σαν αγριεμενη Αμαζονα, και φοβερες ωστοσο κοριτσιστικες γλυκες φοβερες μου πεταη, θ’ αγγιξω με τα χερια μου τα γονατα της χολωμενης κορης και σαν ικετης θα χαΐδεψω την ποθητην της επιδερμιδα, δεν θα κρατω, όμως κλωναρι ελιας, που είναι δενδρον της Αθηνας, της αγαμης και ακαταπραΰντης παρθενας, αντι για το πικρο ελαιοκλαδον εις την γλυκιαν μου κορη θα παω κρατωντας ικετηριον τσαμπι σταφυλιου με ρωγες ζουμερες γεματες κοκκινον μελι, κι αν η κορη με το τοξον το κυρτον θυμωσει, μακαρι να μην με τρυπηση συσαρκα με το δορυ της, να μη με σκιση με το φονικον της βελος, μα να με σεβαστη και ετσι να μ’ ακραγγιξη το δερμα με το γλυκον της τοξον, δεν υπολογιζω την πληγην που την καρδια λιγωνει, κι ακομη αν το επιθυμη, ας αδραξη τα σγουρα μαλλιαν μου με τα περιποθητα χερια της, και ας τα σφιγγη κι ας τα τραβολογα με θεληση δικην μου, ποτε δεν θα εμποδισω εγω την κορη, αλλα θα αποκοτησω ταχα μου να πιασω το δεξι της κι ολοενα επειτα θα το πιεζω μ’ ασυγκρατητον χερι και τα γαμψα μου νυχια αρπαγη θα κανω ολογυρα εις τα ροδοδακτυλαν της, παρηγορια θα είναι κι αυτό εις την ερωτικην μου προσπαθεια. Ετουτη η κορη εχει συλησει ολοκληρη την ομορφια του Ολυμπου. Συμπαθα με Κερνη ……..» ) ΝΟΝΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ. Ραψωδια ΙΣΤ΄ 19-45

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ

3.1.6. Αρτι μογις, Νικαια, τεην ιδον ενθαδε μορφην, μη σεο καλλος αειψας ες ανθεα; Καλιφυη γαρ παπταινων ροδεωνα τεας ενοησα παρειας, αλλα τεον θελεειν ροδον εμπεδον, αμφιεπεις γαρ εμφυτον ου ληγουσαν ερευθομενην ανεμωνην, εις κρινον ομμα φερων χιονωδεας ειδον αγοστους, αθρησας δ’ υακινθον ιδον κυανοχροα χαιτην, δεξο με θηρευοντα συνεμπορον, ην δ’ εθελησης, αυτος εγω σταλικων γλυκερον βαρος, αυτος αειρω ανδρομιδας και τοξα και ιμεροεντας οΐστους, αυτος εγω, Σατυρων ου δευομαι, ου παρα λοχμη δικτυα Κυρηνης ανεκουφισεν αυτος Απολλων; τις φθονος, ει μεθεπω και εγω λινον; Ου μογεο δε αυτος εμοις ωμοισιν εμην Νικαιαν αειρων, ου μεν εγω γενετηρος υπερτερος, εν ρυθιοις γαρ Ευρωπην αδιαντον εκουφισε ποντοπορος βους, παρθενικη ροδοεσσα, τι σοι τοσον ευαδεν υλη; Σων ερατων μελεων περιφειδεο, μηδ’ επι πετραις αστορεες σεο νωτα κατατριψωσι χαμευναι, εσσομαι, ην εθελης, θαλαμηπολος, εν δε μελαθρω αυτος εγω στορεσω σεο δεμνια, τοισι πετασσω δερματα πορδαλιων πολυδαιδαλα, τοις αμα βαλλω φρικτα λεοντειης πυκινοτριχα νωτα καλυπτρης γυμνωσας εμα γυια, συ δε γλυκυν υπνον ιαυεις νεβρισι δαιδαλεησι καλυπτομενη Διονυσου, Μυγδονιης δ’ ελαφου σκεπας αρμενον υψοθι βαλλω γυμνωσας Σατυρους, σκυλακων δε σοι ει χρεος ειη, συ κυνας ειν ενι παντας εμου ταχα Πανος οπασσω, αξομαι εκ Σπαρτης ετερους κυνας, ους ατιταλλει ηιθεων ες ερωτας εμος Καρνειος Απολλων, και κυνας αγρευτηρας Αρισταιοιο καλεσσω, και λινα συν σταλικεσι και αρμενα δωρα κομισσω ανδρομιδας Νομιοιο και Αγρεος, ος παρος εγνω και νομον ευλειμωνα και ευκαματου δρομον αγρης, ει δε θερειγενεος τρομεεις φλογα διψαδος ωρης, ημεριδων ορπηκας υπερ λεκτροιο φυτευσω, και σε περιπνευσωσι μεθης ευωδες αυραι κεκλιμενην κατά μεσσα πολυσταφυλοιο καλυπτρης, παρθενικη περιφοιτε, ποθοβλητοιο προσωπου βαλλομενας Φεαθοντι τεας ελεαιρε παρειας, μη σελας Ηελιου μελεων ακτινα μαραινη, μη πλοκαμους μυροεντας αμαλδυνωσιν αηται, ευδε ροδων ανα μεσσα και εν πεταλοις υακινθου, γειτονι σειο καρηνον ερεισαμενη Διονυσω, αθανατους πισυρεσσιν όπως ένα κωμον αναψης, Φοιβω και Ζαφυρω και Κυπριδι και Διονυσω, ληιδιην δ’ οπασαιμι γονην μελανοχροον Ινδων πασταδος υμετερης θαλαμηπολον, αλλα τι φυτλην κυανεην ονοματα τεης νυμφοστολον ευνης; Νυκτι μελαγχλαινω ποτε μισγεται αργετις Ηως; Αστακις οπλοτερη πελες Αρτεμις αλλα και αυτος ομωΐδας εξηκοντα χοριτιδας εις σε κομισσω, οφρα χορον νηριθμον οπαονα σειο τελεσσω, αμφιπολοις ισομετρον ορειαδος ιοχεαιρης, εικελον Ωκεανοιο θυγατρασι, μη σοι εριζη Αρτεμις αγρωσσουσα, και ει πελε δεσποτις αγρης, σοι Χαριτας ζαθεοιο χαριζομαι Ορχομενοιο αμφιπολους, εμα τεκνα μεταστησας Αφροδιτης, αλλα ποθω φρενα θελξον αθελγεα, και σε δεχεσθω θηροσυνης μετα μοχθον εμον λεχος, οφρα φανειης Αρτεμις εν σκοπελοισι και εν θαλαμοις Αφροδιτη, τις φθονος, αγρωσσειν σε συν αγρωσσοντι Λυαιω; ει δε μοθου λαχες οιστρον, ατε κλυτοτοξος Αμαζων ιξεαι Ινδωην επι φυλοπιν, οφρα κεν εις Πειθω νοσφι μοθοιο και, οπποτε δηρις, Αθηνη, δεξο και, ην θελης, ελαφηβολα θυρσα Λυαιου, νεβροφονος δε γενοιο, και υμετερων από χειρων υμετεροις τε πονοισιν εμην κοσμησον απηνην πορδαλιν ηε λεοντας υποζευξασα χαλινω.» ( « Επιτελους, Νικαια, μολις που καταφερα μια ιδεα να εχω της οψεως σου, μηπως αραγε δανεισες εις τα ανθη την ομορφιαν σου; γιατι σαν ειδα τον καλοφυτον ροδωνα, αναγνωρισα τα μαγουλα σου, μα το δικον σου ροδον ανθει αμαραντο, βλεπεις, εσυ προστατευεις την ανεμωνη που δεν παυει να κοκκινιζη μεσα σου, εις τον κρινον εάν στρεψω τα ματια μου, βλεπω τα χιονατα χερια σου κι αν κοιτταξω τον υακινθον, βλεπω την σκοτεινην σου κομη, δεξου με συντροφον σου εις το κυνηγι, κι αν το θελησης, εγω ο ιδιος θα σηκωσω το γλυκο βαρος των κυνηγετικων πασσαλων σου, εγω τα μποτινια σου, τα τοξα σου και τα ποθηταν σου βελη, εγω ο ιδιος, δεν εχω αναγκη τους Σατυρους, ο ιδιος ο Απολλων, αλλωστε, δεν βασταξε μεσα εις το φαραγγι τα δικτυα της Κυρηνης; τι κακον θα κανω, αν μαζεψω και εγω τα δικτυα; αφου κανεναν κοπον δεν θα νιωσω, ακομη κι αν σηκωσω εγω ο ιδιος εις τους ωμους μου την Νικαια, δεν θα κανω , αλλωστε, τιποτε περισσοτερον από τον γονιον μου [τον Διαν] αφου εκεινος σαν ταυρος ποντοπορος σηκωσε την Ευρωπη ολοστεγνη επανω από τα θαλασσια ρευματα. Κορη ροδινη, γιατι τοσον σε συναρπαζει το δασος; Λυπησου τα υπεροχα μελη σου, μπορει το σκληρο χωμα να πλαγιαση την ραχην σου με τις πετρες του. θα γινω, αν θελης, και υπηρετης σου, εις τον οικον σου εγω θα φροντιζω τις κλινες και θα απλωνω επανω πλουμιστα δερματα πανθηρων κι από επανω θα στρωσω την καλυπτραν μου, την φρικτη πυκνοτριχη λεοντη, αφηνοντας γυμνο το σωμα μου, κι εσυ κοιμησου πια γλυκα, τυλιγμενη εις τα δερματα του Διονυσου, για να σε καλυψω τελεια θα ριξω επανω σου σκεπασμα από ελαφι της Μυγδονιας, κι οι Σατυροι ας μεινουν γυμνοι, αν εχης αναγκη από κυνηγοσκυλα, ευθυς θα σου προσφερω όλους του κυωνες του Πανος κι ακομη κι αλλα θα σου φερω από την Σπαρτη, που τα τρεφει ο φιλος μου ο Καρνειος Απολλων για τα αγαπημενα του παλληκαρια και θα τα ονομασω κυνηγητικοι κυωνες του Αρισταιου, θα σου φερω και δικτυα και πασσαλους κυνηγετικους και αλλα ταιριαστα δωρα, τα μποτινια του Νομιου και του Αγρεα, που από παλαια ανακαλυψε την βοσκην εις τα ομορφα λιβαδεια και τον ευχαριστον κοπον της κυνηγετικης πορειας, αν παλι σε τρομαζη η φλωξ του καταξερου καλοκαιρινου μεσημεριου, θα φυτεψω επανω από την κλινην σου κληματα και θα πνευσουν τοτε ολογυρα σου οι ευωδιαστες αυρες της μεθης, ενώ εσυ θα εισαι ξαπλωμενη μεσα εις την φωλια των αναριθμητων σταφυλιων που θα σε σκεπαζη. Κορη γυριστρα, λυπησου τα μαγουλα του ερωτικου προσωπου σου που τα κτυπα ο Φαεθων, μπορει το φως του Ηλιου να μαρανη την ακτινα των μελων σου κι οι ανεμοι να καταστρεψουν τα μυρωμενα σου μαλλια, κοιμησου αναμεσα εις τα ροδα και εις τα πεταλα του υακινθου, και γειρε την κεφαλην σου επανω εις τον Διονυσον, που θα είναι διπλα σου, για να αναψης το γλεντι σε τεσσερες θεους, εις τον Φοιβον, εις τον Ζεφυρον, εις την Κυπριδαν, και εις τον Διονυσον, και τους μελαχρινους αιχμαλωτους Ινδους, ασε με να σου τους φερω υπηρετες εις την πασταδαν σου, αλλα γιατι να ονομασω παραστατες της νυφικης σου κλινης την μαυριδερη αυτή γενια; Ποτε σμιχθη η φωτεινη Ηως με την μαυροπεπλη νυκτα; Κορη Αστακις εισαι η νεωτερα Αρτεμιδα, μα και εγω εξηντα δουλες χορευτριες θα σου φερω, για να σου στησω ατελειωτον χορον, ισον εις τον αριθμον των χορευτων μ’ αυτόν που οι υπηρετριες της βουνησιας κυρας των τοξων κι ακομη πανομοιοτυπον με τον χορον των θυγατερων του Ωκεανου, μη σου χολιαση η Αρτεμις κι ας είναι αυτή η μονη του κυνηγιου αφεντρα, θα παρω τις κορες μου, τις Χαριτες του θειου Ορχομενου από την Αφροδιτην και θα σου τις φερω για υπηρετριες, ασε, όμως τον ποθον να μαλακωση την σκληρην σου ψυχη και ετσι να σε δεχθη η κλινην μου, μετα του κυνηγιου τον κοπον, ώστε να εισαι η Αρτεμις των βραχων και η Αφροδιτη της καμαρας. Τι πειραζει αν κυνηγας εσυ, με συγκυνηγον σου τον Λυαιωνα; Κι αν παλι επιθυμια νιωθεις για πολεμον, αφου Αμαζονα εισαι αργυροτοξη, ελα εις την Ινδικην μαχην, για να εισαι μακρια από την συμπλοκην η Πειθω και μεσα σ’ αυτην η Αθηνα, δεξου, αν θελης, τα ελαφηβολα θυρσα το Λυαιου και γινε φονιας των ελαφιων,παρε από τα χερια μου και την αμαξα μου και με την δικην σου φροντιδα στολισε την ζευοντας εις τα χαλιναρια του πανθηρος η λεοντος.» ) ΝΟΝΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ. Ραψωδια ΙΣΤ΄ 75 - 143

ΌΛΑ!......ΠΕΡΙ ΈΛΛΗΝΟΣ!


ΚΩΔΙΞ ΈΛΛΗΝ

1 σχόλιο:

  1. Βίκτωρ Ουγκώ,
    Γάλλος συγγραφέας
    "Είναι ωραίο να κατάγεται κανείς από την Ελλάδα, την χώρα,
    που έδωσε το φως στην ανθρωπότητα"

    ΑπάντησηΔιαγραφή