Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Η Αμάλθεια των Ελλήνων




Η Διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων


Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον... Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη, σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε. Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες, όπως η πατάτα λ.χ. από τα βασικότερα είδη της σημερινής διατροφής έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους το 1530 και οι Έλληνες γεύτηκαν τη νοστιμιά της 300 χρόνια αργότερα, το 1832.

Άγνωστα επίσης ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά (μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες) τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά, τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο- αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά, και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας.

Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες.

Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο.

Σ’ ένα πλούσιο δείπνο (περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα) μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, «αίθοπα οίνο» από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι «πολεμοχαρείς», βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα «νωγαλεύματα».

Όλα αυτά τα εδέσματα της Αρχαίας Ελλάδας και ο «τρόπος» διατροφής των αρχαίων Ελλήνων προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους της εποχής μας να αναζητούν λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Λιτοδίαιτοι και Καλοφαγάδες.

Αν και υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που στα συμπόσιά τους και γενικότερα η τροφή τους αποτελούνταν από ποικίλα εδέσματα, η Αθήνα και γενικότερα η Αρχαία Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα: την φτώχεια, η οποία είχε γίνει παντοτινός σύντροφος των Αρχαίων Ελλήνων.

Το άγονο έδαφος της Ελλάδας, η δυσκολία στις συγκοινωνίες και βέβαια οι πολύχρονοι πόλεμοι είχαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη επίπτωση και στη διατροφή των αρχαίων.

Σ’ αυτό συντελούσε και η περιορισμένη παραγωγή της ελληνικής γης.

Η Αττική ήταν πολύ «λεπτόγεως» (άπαχη γη) και εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος του νερού η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρή. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα της αρχαίας Ελλάδας ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και οι ελιές. Στην Αττική έβγαινε επίσης μέλι και σύκα που ήταν το πιο εκλεκτό φρούτο για τους αρχαίους.

Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.

Οι Αθηναίοι ήταν οι διασημότεροι για την ολιγοφαγία τους, γι’ αυτό βγήκε και η έκφραση «αττικηρώς ζην».

Γενικά όμως οι αρχαίοι ήταν λιτοδίαιτοι, γι’ αυτό και είχαν αυτοχριστεί «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες».

Ο πολύτιμος άρτος των Αρχαίων.

Τα δημητριακά αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία για τους Αθηναίους, έτσι αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη.

Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί και ονομαζόταν μάζα.

Στη ζύμη του ψωμιού έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Και φυσικά, έβαζαν το απαραίτητο αλάτι.

Ακόμη οι αρχαίοι είχαν τα εξής είδη ψωμιού:

Το σιμιγδαλένιο, το ψωμί από χοντράλευρο, το ψωμί από διάφορα γεννήματα, από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου και το «ψωμί από κεχρί».

Λόγω της μεγάλης «αγάπης» των Αθηναίων για το ψωμί, του έδιναν διάφορα ονόματα, ανάλογα με τον τρόπο που ψηνόταν, όπως:

«Ιπνίτης» ήταν το ψωμί που έψηναν μέσα σε θερμή σκάφη.

«Εσχαρίτης» το ψωμί που ψηνόταν στις σχάρες.

«Άρτο τυρόεντα» τυρόπιτα θα τον λέγαμε σήμερα.

«Κριβανίτης άρτος» γινόταν από σιμιγδάλι.

Το «όφωρος» ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι. Βέβαια αναφέρονται και από τους αρχαίους και διάφορα άλλα είδη ψωμιού.

Γνωστές επίσης ήταν και οι λαγάνες.

Και οι Αθηναίοι φουρνάρηδες είχαν καλή φήμη, για τα γλυκίσματα και τις πίτες τους.

Οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από εμάς σήμερα την ύπαρξη του ψωμιού, και θεωρούσαν πως η μεγάλη ποικιλία του ψωμιού ήταν πολυτέλεια, αφού συνήθιζαν να τρώνε μόνο ένα κομμάτι κριθαρένια μπομπότα.

«Εγώ προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αγαπητή συνήθεια των αρχαίων δηλαδή η μεγάλη ποικιλία ψωμιού που χρησιμοποιούσαν οφείλεται στο ότι το κριθάρι και το σιτάρι ήταν δύο από τα κύρια γεωργικά προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδας και προσπαθούσαν να τα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν».

Εδέσματα και συνταγές.

Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.

Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβύθια ( που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).

Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.

Ένα σπίτι όμως με τόσα αγαθά θα ξεπερνούσε και τα σημερινά σούπερ-μάρκετς.

Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους.

Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.

Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.

Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.

Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.

Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).

Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.

Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης.

Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!

Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.

Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.

Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.

Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.

Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.

Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.

Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.

Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το’ λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.

Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.

«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.

«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.

Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.

Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό).

Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.

Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.

Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους.

Λαχανικά και όσπρια.

Τα λαχανικά στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα, ήταν σε σπουδαία ζήτηση, κι όχι μόνο για τους οπαδούς του Πυθαγόρα, που τα προτιμούσαν, μια κι απέφευγαν να τρώνε όσα έχουν ζωή.

Ο Πλάτων, στην ιδιωτική του ζωή ακολουθούσε την «πυθαγόρειο δίαιτα». Που ήταν μια καθαρή χορτοφαγία κι έδειχνε ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών, δύο παραγόντων που κάνουν τα κράτη υγιή και ρωμαλέα, υλικώς, ηθικώς και ψυχικώς.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι όμως δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις «φυτοφαγικές» οδηγίες του Πλάτωνα αφού τα λαχανικά είχαν γίνει για τους Αθηναίους από τα σπάνια αγαθά. Πολλά σπίτια όμως, κυρίως στα περίχωρα φρόντιζαν να έχουν χωράφια, κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές. Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν ακόμη και οι τρυφερές τσουκνίδες.

Φυσικά, είχαν σέλινο, άνηθο και δυόσμο, για να «καρυκεύουν» τα φαγητά τους. Μάλιστα στους αγώνες της Νεμέας γινόταν στεφάνωμα με σέλινο.

Τα κολοκυνθοειδή ήταν περισσότερο γνωστά στην Αίγυπτο, όπως τα πεπόνια (πέπων) και τ’ αγγούρια (σικυός). Μάλιστα υπήρχαν τριών ειδών αγγούρια, τα οποία είναι το λακωνικόν, ο σκυταλίας και το βοιωτικόν. Απ’ αυτά καλύτερα είναι τα λακωνικά όταν ποτίζονται, ενώ τ’ άλλα δεν πρέπει να ποτίζονται. Επίσης, τα αγγούρια έβγαιναν πιο δροσερά αν, πριν φυτευτούν οι σπόροι, μείνουν για λίγο μέσα στο γάλα ή σε διαλυμένο στο νερό μέλι.

Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους αφού ήταν συμπλήρωμα για κάθε σαλάτα τους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια.

Γενικά τα χορταρικά τα σερβίρανε με μια σάλτσα φτιαγμένη από λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.

Οπωσδήποτε η απουσία της ντομάτας στερούσε πολλά από την Αθηναία νοικοκυρά. Τα μανιτάρια όμως, αν και ήταν νοστιμότατα και περιζήτητα, όλοι τα φοβούνταν για το δηλητήριό τους.

Παρόλα αυτά, ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν όνειρο για τους αρχαίους.

Ακόμη και οι βασιλιάδες το λαχταρούσαν. Συγκεκριμένα ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε νοσκύαμο, ελλέβορο και κώνειο. Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που, όπως λεγόταν φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.

Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να αγαπούσαν τα λαχανικά και γι’ αυτό να λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους ένα λαχανόκηπο. Βέβαια, αν θεωρήσουμε πως είναι αληθές αυτό που παρατήρησαν κάποιοι για το λαχανόκηπο του Αττάλου (πως, δηλαδή ενδιαφερόταν για τη δραστικότητα των φυτών), θα καταλάβουμε πως οι αρχαίοι δε λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους όλοι ένα λαχανόκηπο για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι, -οι περισσότεροι- τους χρειάζονται για να τραφούν από αυτούς και να ζήσουν και άλλοι για να σκοτώσουν.

Βέβαια, τα λαχανικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή τους.

Από τα λαχανικά όμως των αρχαίων τα κουκιά είτε βρασμένα, είτε ψημένα, είτε σε πουρέ (έτνος), ήταν το πιο αηδιαστικό φαγώσιμο, για τους οπαδούς του Πυθαγόρα. Κι όχι μόνο, τα κουκιά ήταν πρόβλημα και για τους Αιγύπτιους.

Τα υπόλοιπα όμως λαχανικά ήταν νόστιμα σε όλους, πιστεύω.

Νωγαλεύματα-μπαχαρικά.

Νωγαλεύματα έλεγαν οι αρχαίοι τα γλυκά φαγητά και γενικά κάθε λιχουδιά.

Οι Έλληνες φαίνεται να έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στα αρτύματα και στα διάφορα καρυκεύματα, που έδιναν πικάντικες γεύσεις στα φαγητά τους. Έτσι ένα σπίτι της Αθήνας φρόντιζε, να έχει πάντα στα ράφια του, αλάτι (άλας), ρίγανη (ορίγανο), ξύδι (όξος), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, αυγά, αλίπαστα, κάρδαμο, συκόφυλλα, κύμινο, ελιές, σίλφιο, πετιμέζι, σκόρδα και διάφορα άλλα.

Ένα μενού με ορεκτικά και γλυκίσματα που θα ενθουσίαζε και τους σημερινούς καλοφαγάδες.

Ένα γλύκισμα τους ήταν βέβαια οι μελόπιτες, τις οποίες, έλεγαν γενικά «μελιτούττα». Σε προτίμηση όμως είχαν κι ένα γλύκισμα από λιναρόσπορους και μέλι, τη «χρυσόκολλα». Ένα άλλο γλύκισμα που λεγόταν «έκχυτο» φτιαχνόταν από αλεύρι και τυρί ψημένο, μέσα σε καλούπια και ήταν περιχυμένο με κρασί μελωμένο.

Επίσης ένα άλλο γλύκισμα γινόταν με αλευρωμένο γάλα, που, όταν έμπαινε σε ειδικά κύπελλα, γαρνιρόταν με μέλι και πασπαλιζόταν με σουσάμι.

Οπωσδήποτε όμως τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι γαλατόπιτες.

Από τα καρυκεύματα, το πιο περιζήτητο αλλά και το πιο σπάνιο ήταν το μαύρο πιπέρι. Επίσης στόλιζαν τα φαγητά τους με σμύρνα, κάππαρη, ρίγανη, δυόσμο, κύμινο και διάφορα άλλα.

Όμως εκείνοι οι έμποροι που τολμούσαν να φέρουν στην Αθήνα πιπέρι ή άλλα μπαχαρικά, από τις αγορές της Ανατολής, κινδύνευαν να κατηγορηθούν σαν κατάσκοποι του βασιλιά των Περσών.

Αφού παρατηρείται ακόμη πως το πιπέρι είναι ξενικό όνομα, γιατί κανένα ελληνικό όνομα, εκτός από το μέλι, δεν τελειώνει σε «ι».

Παρόλα αυτά όμως βλέπουμε πως οι Έλληνες έχουν πλούτο μπαχαρικών και γλυκισμάτων.

Το Μέλι.

Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους.

Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες.

Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο.

Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι.

Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο.

Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπουδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών.

Καταλαβαίνουμε έτσι, μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του.

Τα φρούτα.

Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων.

Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς.

Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά.

Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό.

Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της.

Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα.

Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά.

Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια».

Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα.

Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα.

Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα».

Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα.

Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.

Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα. Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι...». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή.

Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά.

Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια».

Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής.

Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους.

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων.

Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα.

Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα».

Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα.

Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας.

Τα κρασιά.

Το κρασί ήταν κάτι το απαραίτητο στα γεύματα των αρχαίων και βέβαια στα συμπόσια, όπου έρεε άφθονο. Όμως δεν έπιναν το κρασί όπως εμείς, αλλά νερωμένο, όχι μόνο με γλυκό αλλά και με θαλασσινό νερό, αφού απέφευγαν να το πίνουν, όπως φαίνεται, ανέρωτο (άκρατος οίνος, όπως το έλεγαν). Βέβαια, έδιναν μεγάλη σημασία στην αναλογία του νερού με το κρασί αφού τους ήταν πολύ αγαπητό και δεν έπρεπε να γίνει κανένα απολύτως λάθος.

Η αναλογία λοιπόν με το νερό ήταν, συνήθως, στο μισό ή τρία μέρη νερό και δύο κρασί. Το νερό, ανάλογα με την εποχή, ήταν χλιαρό ή κρύο.

Μερικές φορές έριχναν μέσα και παγάκια, που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσανε μέσα σε άχυρα.

Βέβαια, το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα δροσερά πηγάδια, έτσι, ήταν σχεδόν απαραίτητα αφού χρησίμευαν, φυσικά, για ψυγεία και τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν και χιόνι για να παγώνει, όχι μόνο το κρασί αλλά και το νερό.

Οι αρχαίοι, ακόμη, έβαζαν συχνά μέσα στα κρασιά τους και διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνη. Ένα τόσο ευωδιαστό κρασί έπαιρνε και το χαρακτηριστικό του όνομα, το έλεγαν «τρίμα».

Ακόμη, έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους, από τους σημερινούς, γεγονός που δείχνει πόσο εξελίχθηκε με τα χρόνια η παρασκευή του κρασιού.

Ο τρύγος λοιπόν γινόταν με συνοδεία αυλού που ρύθμιζε τις κινήσεις κι ήταν, όπως άλλωστε και σήμερα, ένα πολυήμερο πανηγύρι.

Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φύγει το νερό που είχαν μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν, πάλι με χορούς και τραγούδια, κι άφηναν το μούστο να βράσει πέντε μέρες, μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος. Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, που ήταν γεμάτο ζάχαρη, κι αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που, πολλές φορές, τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας, για να τ’ ανοίξουν. Αρκετοί πάντως είχαν την υπομονή να περιμένουν μέχρι την άνοιξη, οπότε το κρασί ψηνόταν καλύτερα.

Ο τρύγος ήταν ένα από τ’ αγαπημένα θέματα για πολλούς αρχαίους. Αρκετοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει στίχους και σ’ αυτόν.

Οι Αθηναίοι πάντως φρόντιζαν ν’ ανοίγουν τα πιθάρια τους την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, και ο κάθε νοικοκύρης, με το πρώτο κιόλας ποτήρι, έκανε σπονδή στο Διόνυσο, τον αγαπητό τους θεό, του κρασιού.

Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού.

Για να διατηρήσουν το μούστο, όμως, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Και πολλές φορές έψηναν το μούστο σε σιγανή φωτιά.

Στη ρόδο και στην Κω όμως έβαζαν μέσα στο μούστο θαλασσινό νερό, γιατί πίστευαν ότι το κρασί που θα γίνει μ’ αυτό τον τρόπο δεν θα φέρει εύκολα τη μέθη και θα είναι πιο εύκολο στη χώνεψη.

Η μέθοδος αυτή έγινε αιτία να υποστηριχθεί, από κάποιους αρχαίους συγγραφείς, ότι, κατά το μύθο «φυγή του Διονύσου» στη θάλασσα σήμαινε κι ένα τρόπο οινοποιίας, που ήταν γνωστός από παλιά. Δηλαδή, η ανάμειξη του γλεύκους (μούστου), που εκπροσωπείται από το θεό Διόνυσο ή Βάκχο, με το θαλασσινό νερό.

Πολλοί μάλιστα -όπως ο Όμηρος- επαινούν και το κρασί του Μάρωνος από τη Θράκη γιατί βάζουν μέσα πολύ νερό.

Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα γνωστότερα είδη κρασιού ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο.

Το άσπρο κρασί ήταν το ελαφρότερο, αρκετά χωνευτικό και διουρητικό, το κιτρινωπό, προς το ξανθό, είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν και τα πιο περιζήτητα.

Φυσικά τα παλιά κρασιά ήταν και τα καλύτερα, όπως άλλωστε και σήμερα. Γενικά πάντως πιστεύανε ότι όσο πιο παλιό είναι ένα κρασί τόσο πιο χωνευτικό και πιο ελαφρύ είναι.

Η αγάπη των αρχαίων για το κρασί ήταν μεγάλη, έτσι φρόντιζαν να υπάρχει τις περισσότερες φορές στο τραπέζι τους. Συγκεκριμένα πριν από το δείπνο ή το γεύμα, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Και οι δούλοι έπαιρναν το κρασί απ’ τον κρατήρα με μακριές κουτάλες, πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά και με μια κανάτα μπορούσαν να γεμίσουν τα κύπελλα ή ποτήρια των καλεσμένων σε ένα τραπέζι.

Το κρασί αφού ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους χρησίμευε βέβαια και για τις σπουδές, στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Μερικές φορές όμως η λατρεία ορισμένων θεοτήτων απέκλειε το κρασί, οπότε οι σχετικές σπουδές γίνονταν ακόμη και με γάλα! Είχαν όπως φαίνεται και τις προλήψεις τους όταν έπιναν ή χρησιμοποιούσαν το κρασί.

Το γεγονός όμως ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ το κρασί εξηγεί το λόγο για τον οποίο υπήρχαν τόσοι σπουδαίοι κρασότοποι στην Ελλάδα.

Το χιώτικο κρασί, παράδειγμα, που τ’ ονόμαζαν «αριούσιο», ήταν από τα ακριβότερα κρασιά στο εμπόριο και είχε μεγάλη φήμη. Όπως και το κρασί της Λέσβου που θεωρείται πολύ καλό. Καλά κρασιά ήταν ακόμη, τα κρασιά της Μυτιλήνης που οι Μυτιληναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (τα πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια). Πασίγνωστα ήταν ακόμη τα κρασιά της Μένδης (παραλία πόλης της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης) όπου ράντιζαν τα σταφύλια, πάνω στα κλήματα, με το ελατήριο ή καθάρσιο (χυμός από άγρια αγγούρια) για να βγει μαλακό το κρασί. Και τέλος σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν πράμνιο και δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε παχύ, αλλά στυφό και άγριο, με ιδιαίτερα εξαιρετική οσμή.

Τα κορινθιακά κρασιά αντίθετα όμως δεν ήταν σε ζήτηση γιατί όπως έλεγαν ήταν κρασιά βασανιστήρια και παράξενα.

Καλή φήμη δεν είχε όμως και το κρασί που φτιαχνόταν στα περίχωρα της Κερυνίας της Αχαΐας, αφού δημιουργούσε προβλήματα στις εγκύους.

Αλλά και για το κρασί της Θάσου λεγόταν πως καταπολεμούσε την αϋπνία, αλλά έφερνε και ύπνο!

Παρόλα αυτά τα καλύτερα κρασιά όπως υποστήριζαν και οι Ρωμαίοι ήταν τα ελληνικά, και από τα πιο περίφημα, του κυρίως ελληνικού χώρου, ήταν της Πεπαρήθου (Σκοπέλου), της Νάξου, της Λήμνου, της Ακάνθου (Θράκης), της Ρόδου και, από τα μικρασιατικά, της Μιλήτου.

Εκτός της κυρίως Ελλάδας ξεχώριζαν ακόμη το «χαλυβώνιο» κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα φοινικικά κρασιά.

Περίεργο πάντως είναι το γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούσαν ή απέφευγαν το ζύθο, το εθνικό ποτό των Αιγυπτίων, που γινόταν από κριθάρι ή σίκαλη και από χουρμάδες, παρά τις τόσες συναλλαγές που είχαν.

Πάντως, η αρχαία Ελλάδα όπως φαίνεται είχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, έτσι, επόμενο ήταν τα κρασιά να παίρνουν μια από τις πρώτες θέσεις στις αγορές του αρχαίου κόσμου.

Η μεγάλη αυτή ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα «εμπορεία», όπου μπορούσε κανείς ν’ ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.

Πολλές περιοχές που είχαν άφθονα κρασιά φρόντιζαν για την εξαγωγή τους.

Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα.

Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μία ειδική σφραγίδα με τ’ όνομα του εμπόρου καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.

Η εισαγωγή και η εξαγωγή όμως των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί Θάσο, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν τις απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πραγματικό «προστατευτισμό».

Μέσα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως το κρασί αντιπροσώπευε τους αρχαίους Έλληνες και αυτοί το λάτρευαν αφού ήταν απαραίτητο για τη ζωή τους.

Το κυνήγι.

Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.

Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!

Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία.

Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.

Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.

Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα.

Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.

Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του.*της Αμαλίας Ηλιάδη

Γη Δήμητρα! Μητέρας Διοτρόφων... η τροφή!

Πηγή

Ελλήνων χρονολόγιον

Το Ημερολόγιο Των Αρχαίων Ελλήνων

του΄Αγγελου Λιβαθινού

Καθηγητή Μαθηματικών- Λυκειάρχη
« Θύραζε Κήρες,ουκ έτ΄ Ανθεστήρια!»
(΄Εξω απ΄ την πόρτα μας ,Δυνάμεις τού Θανάτου, η Φιλοξενία πλέον τελείωσε !)
Από την τελετή Χ ύτ ρο ι τών Αρχαίων Ελλήνων, κατά τον μήνα Ανθεστηριώνα
Ο άνθρωπος, στην διαχρονική εξέλιξη τής γνωριμίας του με τον κόσμο, βρέθηκε στην ανάγκη προσδιορισμού τής έννοιας τού χρόνου.
Στην αρχή, τού ήτο αρκετό να μετρά τον χρόνο, χρησιμοποιώντας το φυσικό περιοδικό φαινόμενο τής ημέρας, τής νύκτας και αργότερατού
ημερονυκτίου.

Κατόπιν, η ανάγκη καλλιέργειας και συλλογής τών διαφόρων καρπών για την επιβίωσή του, τον οδήγησε στην συνειδητοποίηση τής εναλλαγής τών διαφόρωνεποχών, κάθε μία από τις οποίες ευνοούσε την ανάπτυξη και διαφορετικής βλάστησης.
Το φυσικό φαινόμενο τής εμφάνισης και τής απόκρυψης τής σελήνης διαπιστώθηκε ότι είναι περιοδικό φαινόμενο, που διαρκεί συγκεκριμένο αριθμό ημερονυκτίων.

Από το ημερονύκτιο στον μήνα: ΄Ετσι, μετά τον προσδιορισμό τής χρονικής μονάδας τού ημερονυκτίου, ο άνθρωπος οδηγήθηκε στον προσδιορισμό τής αμέσως μεγαλύτερης χρονικής μονάδας, που ήτανε η χρονική διάρκεια
από την στιγμή τής εμφάνισης μέχρι την αμέσως επομένη επανεμφάνιση τής σελήνης. Αυτή η χρονική διάρκεια, αυτή η νέα χρονική μονάδα, ονομάσθηκε από τους ΄Ελληνεςμήν (=μήνας )ή συνοδικός μήν. ΄Αλλως τε η λέξη μήν(= μήνας) ση μ α ίνε ι σελήνη(= η μήνη).
Από τον μήνα στο έτος
Η συνειδητοποίηση, εξ άλλου, τής περιοδικής ανανέωσης τών εποχών, σε συνδυασμό με την χρονική μονάδα τούμηνός, οδήγησε στον προσδιορισμό
νέας, μεγαλύτερης χρονικής μονάδας, τού έτους.
Οι αρχαίοι ΄Ελληνεςεγνώριζαν, ότι το έτος είναι διάστημα χρόνου, το οποίο ισούται με την χρονική διάρκεια μιάς πλήρους περιφοράς τής Γης γύρω από τον ΄Ηλιο ( 365 ¼ ημέρες. Αργό- τερα ο ΄Ιππαρχος προσδιόρισε με μεγαλύτερη ακρίβεια το πλήθος τών ημερών τού έτους, προσέγγιση η οποία υπολείπεται τής γνωστής σήμερα μόνον κατά ελάχιστα λεπτά!).
Η Μαθηματική βάση τού Ελληνικού Ημερολογίου
Οι Έλληνες εχώριζαν το έτος σε12 σεληνιακούς (συνοδικούς )μήνες και , επειδή εγνώριζαν, ότι ο κάθε συνοδικός μήνας δεν είχε ακέραιο πλήθος ημερών ( 29 ½ ημέρες περίπου), έδιναν
στους μήνες διάρκεια30 ημερών( τέλειοι μήνες) και29 ημερών(κοίλοι μήνες) εναλλάξ( κανένας μήνας δεν είχε31 ή28 ημέρες όπως σήμερα), και εφρόντιζαν ώστε η πρώτη ημέρα εκάστου μηνός
να συμπίπτει, κατά το δυνατόν, με την Νέα Σελήνη(Νουμηνία).
΄Ετσι, όμως, το(σεληνιακό) έτος, δηλαδή οι12 σεληνιακοί μήνες, ισοδυναμούσε με άθροισμα354 ημερών, δηλαδή ήτανε μικρότερο κατά 11 ¼ ημέρες από την πραγματική διάρκεια τού( ηλιακού) έτους.
Για να καλύψουν αυτήν την διαφορά, προχώρησαν στην εξής διόρθωση: υπολόγισαν, ότι σε κάθε οκτώ(8) σεληνιακά έτη προέκυπτε έλλειμμα ενενήντα(90) ημερών, δηλαδή ένα έλλειμμα τριών(3) μηνών τών30 ημερών έκαστος ( 11 ¼ Χ 8= 90).Γι΄ αυτό, στην διάρκεια τών οκτώ (σεληνιακών )ετών,
παρενέβαλλαν τρείς(3) εμβόλιμους μήνες:
- έναν στην διάρκεια τού τρίτου έτους,
- δεύτερον στην διάρκεια τού πέμπτου έτους
-και τρίτον στην διάρκεια τού όγδοου έτους ( πλήρης οκτωχρονιά,εν νεαετηρίς .Γέμινος 8.33).
Ο μήνας αυτός, συνήθως, έμπαινε εμβόλιμος αμέσως μετά τον μήναΠοσειδαιώνα( περίπου,16 Δεκ.- 15 Ιαν.), και ονομαζότανε: Ποσειδαιών Β΄.
΄Ετσι, μέσα σε8 ηλιακά έτη, προέκυπτε εξίσωση τού χρόνου μεταξύ τών8 σεληνιακών ετών
και τών8 ηλιακών ετών!
Με αυτόν τον τρόπο οι Αρχαίοι ΄Ελληνες εδημιούργησαν το δικό τουςημερολόγιο, το οποίο, επειδή στηριζότανε κατά κύριο λόγο στους σεληνιακούς(συνοδικούς) μήνες και διορθωτικά στο ηλιακό έτος, λέγεταισεληνοηλιακό ημερολόγιο( υπάρχει και το ηλιακό ημερολόγιο, καθώς και το γνησίως σεληνιακό ημερολόγιο).
ΤΟ ΑΤΤΙΚΟ ΣΕΛΗΝΟΗΛΙΑΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Στην Αρχαία Ελλάδα κάθε Πόλις– Κράτος είχε το δικό της ημερολόγιο, δηλαδή είχε τις δικές της ονομασίες στους12 μήνες τού έτους, και είχε τις δικές της εκδηλώσεις– εορτές κατά την διάρκεια εκάστου μηνός. Η δομή, όμως, όλων τών ημερολογίων στην Ελλάδα ήτανε ίδια. Οι περισσότερες Πόλεις είχαν υιοθετήσει το Αττικό ημερολόγιο, περί τού οποίου θα αναφερθούμε κατωτέρω.
Ο πρώτος μήνας τού έτουςάρχιζε το καλοκαίρι, μετά το θερινό Ηλιοστάσιο, και συγκεκριμένα
περίπου την αντίστοιχη σημερινή16ηΙουλίου, και είχε30 ημέρες.
Καθώς στην Αρχαία Ελλάδα η έννοια τής Εβδομάδος ήτο άγνωστη, εχώριζαν τον κάθε μήνα σε τρία δεκαήμερα( ή δύο δεκαήμερα και ένα εννεαήμερο):
1οδεκαήμερο εκάστου μηνός: λεγότανμήν ιστάμενος, ή μήν αρχόμενος, ή μήν εισιών.
2ο δεκαήμερο εκάστου μηνός: λεγότανμήν μεσών
3ο δεκαήμερο εκάστου μηνός: λεγόταν μήν φθίνων, ή μήν απιών..
Η εκφώνηση τών ημερών τού μηνός εγένετο ως εξής: “ εβδόμη αρχομένου » (= 7η τού συγκεκριμένου μηνός ), «δωδεκάτη μεσούντος »( = 12ητού μηνός ), « 23ηφθίνοντος»
(= 23ητού μηνός).Κάποιες φορές, οι ημέρες του3ουδεκαημέρου
εκφωνούντοοπισθοβατικώς(ανάποδα): “ δεκάτη απιόντος» (=10η από τού τέλους τού μηνός,δηλαδή 20ή τού μηνός).
Η ημέρα, δηλαδή το ημερονύκτιο, αρχίζει και τελειώνει με την δύση τού Ηλίου.
Το επίσημο πολιτικό και θρησκευτικό Αττικό ημερολόγιοείχε τους παρακάτω12 μήνες(για σωστή ανάγνωση όλοι οι μήνες τονίζονται στην λήγουσα και είναι αρσενικού γένους).
1ος: Ε ΚΑΤΟ ΜΒΑΙΩΝ( διάστημα περίπου 16Ιουλίου- 15Αυγούστου,Ημέρες 30) .
Ο1οςμήνας τού πολιτικού και θρησκευτικού έτους στην Αττική. Η ονομασία τού μηνός αυτού προέρχεται από τηνΕκατόμβη, η οποία σημαίνει την θυσία100 βοδιών ή κάθε δημόσια θυσία ισάξια μ’ αυτήν.
Στην Ακρόπολη, μπροστά στον παλαιό ναό τής Αθηνάς(προστάτιδος τής Πόλης), κατά την εορτή τώνΠαναθηναίων, εθυσίαζαν όσες αγελάδες εχρειάζοντο για να σιτισθούν όλοι οι κάτοικοι τής Πόλεως. ΤαΠαναθήναια ήσαν μια μεγάλη εορτή, που επραγματοποιείτο προς τιμήν τής Θεάς Αθηνάς, στο τέλος τού μηνός και κάθε4 έτη. Παλαιότερα, ο μήνας αυτός ονομάζετο Κρονίων, από το όνομα τού θεούΚρόνου. Τότε, εόρταζαν ταΚρόνια, εορτή προς τιμήν τού Κρόνου, Πατέρα τών θεών. Η εορτή αυτή εύρισκε μαζί κυρίους και δούλους σε ένα ξεφάντωμα χαράς και συμποσίων. Άλλη εορτή κατά τον μήνα Εκατομβαιώνα ήσαν ταΣυνοίκια, στις“16 μεσούντος μηνός“.
2ος : ΜΕ ΤΑΓΕ ΙΤΝΙΩΝ( διάστημα περίπου 16Αυγούστου-15Σεπτεμβρίου ,Ημέρες 29 ).
Κατά τον Πλούταρχο, ο μήνας αυτός ονομάσθηκε έτσι, επειδή κατά το διάστημα αυτό οι άνθρωποι μετοικούσαν, άλλαζαν δηλαδή κατοικία, άρα και γείτονες.
Κατ’ αυτόν τον μήνα επραγματοποιείτο μια μικρή σχετικά εορτή, τα μεταγείτνια, με γυμνικούς αθλητικούς αγώνες. Ο μήνας αυτός εσήμαινε και το τέλος τού υποχρεωτικού στρατιωτικού έτους.
Στο Κράτος της ΄Ηλιδος ο μήνας αυτός( 2ος τού έτους) ονομάζετοΑπολλώνιος.
3ος : ΒΟΗΔΡΟΜΙΩΝ( διάστημα περίπου:16Σεπτεμβρίου – 15Οκτωβ ρίου,Ημέρες 30 ).
Η λέξηβοηδρόμος σημαίνει τον σπεύδοντα προς βοήθεια( βοή+ δρόμος). Στις6 και7 τού μηνός ( “6 και7 αρχομένου“ ) ετελούντο ταΒοηδρόμια, εορτή εις ανάμνηση τής βοήθειας τού θεού Απόλλωνος προς τον Θησέα, στον πόλεμο που έκαμε κατά τών Αμαζόνων. Μετά από λίγες ημέρες ετελούντο τα πολύ γνωστάΜεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια(15-23 τού μηνός), προς τιμήν τήςΔήμητρας, θεάς τήςΓεωργίας.
Στο Κράτος της ΄Ηλιδος ο μήνας αυτός ονομάζετοΠαρθένιος.
4ος : ΠΥΑΝΕ Ψ ΙΩΝ( διάστημα περίπου : 16Οκτωβ ρίου – 15Νοεμβρίου ,Ημέρες 29 ). Ο τέταρτος μήνας τού Αττικού Ημερολογίου. Η λέξηΠυανεψιών είναι σύνθετη(πύανος = κουκί, έψω=βράζω), προήλθε δε από έναέδεσμα (φαγητό ), που συνηθιζότανε κατά την περίοδον αυτήν και αποτελείτο από βρασμένους κυάμους( κουκιά) ή, σύμφωνα με άλλην εκδοχή, από αποφλοιωμένη κριθή και όσπρια.
Ο μήναςΠυανεψιών είχε τις περισσότερες εορτές:
α) Τα Πυανέψια, στις7 τού μηνός, προς τιμήν τού Απόλλωνος, για την προστασία τών σπαρτών. Στηνεορτή αυτήν επραγματοποιούντο αρκετές τελετές με αρχαία προέλευση: πρόσφεραν στον θεό ένα πιάτο με κουκιά( πυάνους) και πολλιά άλλα χόρτα, αναμεμιγμένα με αλεύρι και στάρι.
β)Τα Οσχοφόρια (Όσχος= νέον κλήμα αμπέλου), προς τιμήν τούθεού Διονύσου. ΄Εφηβοι σε χορό, που οδηγούσαν δύο εξ αυτών αμφιθαλείς( που είχαν, δηλαδή, στην ζωή και τους δύο γονείς τους), έφερναν κλαδιά από αμπέλι, φορτωμένα με σταφύλια. Ακολουθούσαν χοροί και αγώνες δρόμου μεταξύ τών εφήβων.
γ) Τα Θεσμοφόρια , (στις 11, 12, και13 τού μηνός), εορτή προς τιμήν τής Δήμητρας, θεάς
τής Γεωργίας, που φροντίζει για την γονιμότητα τών σπαρτών και τών γυναικών.
Η λέξηΘεσμοφόρος( θεσμός+φέρω) σημαίνει αυτόν, που φέρει(ορίζει) θεσμούς και νόμοθεσίες( στην Ήλιδα, οι φύλακες τών νόμων, οι εποπτεύοντες την τήρηση τών νόμων, ονομάζοντοθεσμοφόροι). ΤαΘεσμοφόρια ήσαν εορτήμόνον τών παντρεμένων γυναικών (απηγορεύετο η συμμετοχή στους άνδρες, στις ανύπανδρες γυναίκες και στις Εταίρες). Οι γυναίκες ετοιμάζοντο για την συμμετοχή τους στην εορτή, απέχοντας για μερικές ημέρες από κάθε σεξουαλική σχέση. Κατά τις ημέρες τής εορτής γυναικοκρατείτο η δραστηριότητα και λειτουργία τής Αττικής Κοινωνίας. Εμπνευσμένη από την εορτή αυτήν είναι η γνωστή Κωμωδία τού Αριστοφάνη“Θεσμοφοριάζουσες “, όπου με σκωπτικό τρόπο εξιστορούνται τα δρώμενα στη Αρχαία Αθήνα.
δ) Τα Απατούρια ( πιθανώς εκ τού: α πά τ ω ρ= ορφανός), πολιτική εορτή τών φατριών( οικογενειακών δένδρων), διαρκείας τριών ημερών, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι πολίτες έκαναν θυσίες και συμπόσια κατά τις δύο πρώτες ημέρες, ενώ κατά την τρίτη και τελευταία ημέρα( που ελέγετοΚουρεώτις) οι αρχηγοί τών οικογενειών παρουσίαζαν στα υπόλοιπα μέλη τής φατρίας τα νόμιμα παιδιά τους, που γεννήθηκαν στο έτος αυτό, για να τα γράψουν εν συνεχεία στους καταλόγους τών πολιτών.
ε) Τα Χαλκεία , εορτή προς τιμήν τής Αθηνάς (Εργάνης), προστάτιδος τών Τεχνιτών, και τού
θεού Ήφαιστου, προστάτη τών σιδηρουργών. Η εορτή εγένετο την τελευταία ημέρα τού μηνός(
29η ).Στο Κράτος της ΄Ηλιδος ο μήνας αυτός ελέγετοΑλφαίος ( η ΄Αλφη = η παραγωγή).
5ος : ΜΑΙΜΑΚΤΗΡΙΩΝ (Ο 5οςμή νας,διάστημα:περίπου 16Νοεμβρίου-15Δεκεμβ ρίου,Ημέρες 30).
Την περίοδο αυτήν εορτάζετο ο« Ζεύς Μαιμάκτης ». Η λέξηΜαιμάκτης προέρχεται ίσως από το ρήμα«μαιμάσσω » , που σημαίνει: επιθυμώ πολύ(με πάθος) κάτι ή κάποιον, δηλαδή ποθώ. ΄Ισως η λέξη σχετίζεται με τον πολυγαμικό χαρακτήρα τού Διός!
Στο Κράτος της ΄Ηλιδος ο μήνας αυτός ελέγετοΑθαναίος(:α+θάνατος ).
6ος : Π Ο Σ Ε ΙΔ Α ΙΩ Ν(Ο 6οςμήνας, διάστημα περίπου:16Δεκεμβ ρίου -15Ιανουαρίου,Ημέρες 29 ).
Η ετυμολογία τής λέξεως είναι αμφιλεγόμενη. Μία ερμηνεία είναι, ότι προέρχεται από το όνομα τού ΘεούΠοσειδώνος, ενώ κατ ΄άλλους έχει την ίδια ρίζα με το επίθετοπόσιμος( δηλαδή, αυτό που μπορεί να πιεί κάποιος, δηλαδή τον οίνο, το κρασί).
Κατά τον μήνα αυτόν επραγματοποιούντο οι εξής εορτές:
α) Τα Αλώα (: η άλως= το αλώνι ή το καλλιεργημένο χωράφι). Εορτή προς τιμήν τής
Δήμητρας, για να προστατεύσει την βλάστηση(όπως τα Θεσμοφόρια, για την προστασία τής
σποράς). Προσεφέροντο θυσίες στην θεάΔήμητρα και στην κόρη της, Π ερ σεφ ό νη. Δεν επετρέπετο, οι άνδρες να λάβουν μέρος στα Αλώα( εκτός από μερικούς άρχοντες, που επέβλεπαν τις τελετές). Ελεύθερη ήτο όμως η συμμετοχή για τις Εταίρες( η συμμετοχή τών οποίων απηγορεύετο στα Θεσμοφόρια).
β) Τα κατ’ αγρούς Διονύσια(ή Μικρά Διονύσια), σε διάκριση από τα κατ’ Άστυ(ή εν
Άστει) Διονύσια, εορτή προς τιμήν τού θεού Διονύσου. Μια αγροτική πομπή μετέφερε ένα κάνιστρο( κανηφόροι) και πίσω της ακολουθούσε μια άλλη πομπή μεταφέροντας έναν φαλλό. Ακολουθούσαν λαϊκές διασκεδάσεις, χοροί, τραγούδια, πειράγματα κλπ.

Από την αρχή τού5ου αι. οι πλούσιοι Δήμοι, παράλληλα με αυτές τις εκδηλώσεις, διοργάνωναν και δραματικές παραστάσεις.
Στο Κράτος της Ήλιδος ο μήνας αυτός ελέγετοΘυΐος(θυΐω =μαίνομαι,διατελώ υπό έμπνευση ).
7ος : Γ ΑΜΗΛΙΩΝ(7οςμήνας,περίπου 16Ια νουαρίου–1 5Φε β ρουαρίου,Ημέρες 30).
Ο μήνας, κατά τον οποίον ετελούντο συνήθως οιγάμοι. Κατ’ αυτόν ετελούντο οι εξής εορτές:
α) Τα Γαμήλια(ή Θεογάμια), εορτή αφιερωμένη στις θεότητες, που προστάτευαν τον γάμο:Δία, Ήρα, Αφροδίτη, Αρτέμιδα, Πειθώ.
β) Τα Λήναια, εορτή τής οποίας το όνομα οφείλετο σε τοπωνύμιο
περιοχής τής Αθήνας, με το όνομα“ Λ ήν α ιον“, και αφιερωμένη στον
Βάκχο( Διόνυσο).Κατά την εορτήν αυτήν ετελείτο μια οργιαστική εκδήλωση τών Ληνών( γυναικών, που τις καταλαμβάνει βακχικό «ντελίριο»!). Αυτές οι γυναίκες εχόρευαν, αναμαλλιασμένες και σε έκδηλη έκσταση, διάφορους χορούς στην ιερή θέσηΛήναιον(Ληναί= άλλο όνομα τών Μαινάδων).
Ακόμη επραγματοποιούντο δραματικές και λυρικές θεατρικές παραστάσεις, μια και οΒάκχος ήτο ο θεός τού Διθυράμβου. Στα Λήναια είχε παρουσιάσει ο Αριστοφάνης τα γνωστά σ΄ εμάς έργα του: Α χα ρνε ί ς, Ιππείς, Σφήκες.
Στο Κράτος της ΄Ηλιδος ο μήνας αυτός ονομάζετο:Διόσθυος (Διός+θύω-θυσιάζω).
8ος : ΑΝΘ Ε ΣΤΗΡΙΩΝ (διάστημα περίπου: 16Φεβρουαρίου–15Μαρτίου,Ημέρες 29 ).
Το όνομαΑνθεστηριών, ετυμολογικώς, προέρχεται από το ρήμα«ανθεστιώ», που σημαίνει «ανταποδίδω φιλοξενία», και όχι από την λέξηάν θος, όπως πολλοί πιστεύουν. Κατά τον μήνα αυτόν ετελούντο οι εξής εορτές:
α) Τα Ανθεστήρια, τριήμερη εορτή (11, 12,και 13τού μηνός ) προς τιμήν τού Βάκχου.
Την πρώτη ημέρα, που ελέγετοΠιθοιγία, άνοιγαν τους πίθους, όπου εφύλασσαν τον οίνο.
Την δεύτερη ημέρα(Χόες) εγένοντο διαγωνισμοί ανάμεσα σε πότες οίνου.
Η τρίτη ημέρα τής εορτής, που είχε την ονομασίαχύτροι, ήτο αφιερωμένη στους νεκρούς και στους ετοιμοθάνατους. Επίστευαν ότι, με το τέλος τώνΑνθεστηρίων, έφευγαν μαζί και
τα κακά πνεύματα, και γι’ αυτό φώναζαν: « θύραζε Κήρες, ουκ έτ’Ανθεστήρια »(= έξω από την θύρα φύγετε, Κήρες–Δυνάμεις του θανάτου-. τα Ανθεστήρια– δηλαδή η φιλοξενία-
τελείωσαν!).
β) Τα Χλοία, εορτή τής Δήμητρας,
γ) Τα Διάσια, η πιο μεγάλη από τις Αθηναϊκέςε εορτές
προς τιμήν τού Διός.
9ος : Ε Λ Α Φ Η Β Ο Λ ΙΩ Ν(Ο ένατος μήνας , διάστημα περίπου 16Μαρτίου–15
Απριλίου, Ημέρες30).
Ετυμολογικώς η ονομασίαΕλαφηβολιών προέρχεται από το ουσιαστικό Ελαφηβόλια (έλαφος+βάλλω), εορτή προς τιμήν τής θεάς Αρτέμιδος (προστάτιδος τού κυνηγίου ).
Τα Ελαφηβόλια, άλλη ονομασία για τα Μεγάλα Διονύσια(ή αλλοιώς:
τα εν Άστειή
κατ΄ Άστυ Διονύσια,προς διάκριση από τα« κατ΄αγρούς Διονύσια») ήσαν η δεύτερη

θεατρική περίοδος, μετά ταΛήναια, και προσήλκυαν πολλούς ξένους. Διαρκούσαν πέντε ημέρες, στην διάρκεια τών οποίων επαρουσιάζοντο στην Αθήνα διάφορα θεατρικά έργα σε διαγωνισμό.
Στις9 τού μηνός επαρουσίαζαντους διθυράμβους, στις10 τού μηνός τις Κωμωδίες, και,από
τις11 μέχρι τις13 τού μηνός, τις τριλογίες.
Μόνον κατά τον μήνα αυτόνεπέτρεπε η θεά ΄Αρτεμις το κυνήγι του ελαφιού.
Στο Κράτος της ΄Ηλιδος ο μήνας αυτός ονομάζετοΕλάφιος.
10ος:ΜΟΥΝΥΧΙΩΝ (Ο 10ος μήνας τού Αττικού Ημερολογίου, 16Απριλ ίου–15Μαΐου,Ημέρες
29).
Η ονομασίαΜουνυχιών προέρχεται από τηνΜουνυχία, το όνομα δηλαδή τού λιμανιού μετα-
ξύ Πειραιώς και Φαλήρου(ο κόλπος της Μουνυχίας, το λιμάνι τής Μουνυχίας, το επιλεγόμενο επί Τουρκοκρατίας και«Τουρκολίμανο» ). Κατά τον μήνα αυτόν ετελείτο εορτή προς τιμήν
τής θεάςΑρτέμιδος, ναός τής οποίας υπήρχε στην Μουνυχία, όπου και ελατρεύετο.
11ος:ΘΑΡΓΗΛΙΩΝ (Ο 11ος μήνας τού έτους.Διάστημα:περίπου 16Μαΐου–15Ιου νίου,Ημέρες 30 ).
Κατά τον μήνα αυτόν επραγματοποιείτο ο θερισμός. Στις αρχές τού μηνός εγένοντο εκδηλώσεις- εορτές, τα Θαργήλια, προς τιμήν τού Απόλλωνος, αδελφού τής Αρτέμιδος.
Την πρώτη ημέρα τών εορτών(6η αρχομένου μηνός) η πόλη καθαριζόταν με την τελετή
Φαρμακοί.Κατ’αυτήν δύο άνθρωποι,τρέχοντες,διέσχιζαν τους δρόμους τής πόλεως, ενώ οι περαστικοί τούς κυνηγούσαν και τούς κτυπούσαν μεσκιλλοκρέμμυδα(σκίλλα) και με κλαδιά συκιάς για να τους διώξουν από την πόλη, δείγμα τής επιθυμίας τους να απομακρύνουν μαζί μ΄αυτούς ταμιάσματα που είχαν εισχωρήσει στην πόλη.
Την δεύτερη ημέρα τών εορτών(στις7 τού μηνός) πρόσφεραν στον Απόλλωνα τον«Θάργηλον άρτον », δηλαδή άρτον από τα πρώτα στάχυα, που έκοβαν πριν από τον θερισμό, ο οποίος θα ακολουθούσε σε λίγες ημέρες.
Στις25 τού μηνός γιόρταζαν τα ιερά πλυντήρια, τελετή κατά την οποίαν μετέφεραν το ξύλινο άγαλμα(ξόανον) τής Αθηνάς μαζί με το πέπλο τού χρυσελεφάντινου αγάλματος στο Φάληρο, τα έρριχναν στην θάλασσα για να πλυθούν και να καθαρθούν, πρόσφεραν δε στην θεά γλυκά από σύκα.
Οι εορτές, δηλαδή, κατά τον μήναΘαργηλιώνα, αποσκοπούσαν στον εν γένει εξαγνισμό τής
πόλης, πρό τής συγκομιδής τών καρπών.
12ος :ΣΚΙΡΟΦΟΡΙΩΝ (Ο τελευταίος μήνας τού Αττικού Ημερολογίου, 16Ιουν.–15Ιουλ.,Ημέρες 29).
Οι κύριες εορτές κατά τον μήνα αυτόν ήσαν:
α) Τα Σκιροφόρια: εορτή προς τιμήν τής Αθηνάς. Το λευκό υφαντό πέπλο τής θεάς Αθηνάς το

ονόμαζανσκίρον.Τοσκίρον, το οποίο είχαν πλύνει κατά τον προηγούμενο μήνα, το μετέφεραν τεντωμένο πάνω από το κεφάλι τους οι Ιέρειες τής Αθηνάς( Αρ ρ ηφό ρο ι) και το πήγαιναν στην περιοχή«Σκίρον»(Κακιά σκάλλα, Σκιρωνίδες πέτρες), από όπου εν συνεχεία το επέστρεφαν στην Ακρόπολη.
β) Τα Διπόλια ή Διπόλεια (=Διΐ +πόλις), εορτή προς τιμήν τού Διός με ιππικές επιδείξεις.
γ) Τα Βουφόνια, η τελευταία εορτή τού έτους, αφιερωμένη στον Δία, Πατέρα τών θεών και
τών ανθρώπων. Κατά την εορτή αυτήν εθυσίαζαν βόδια στον Δία(Βουφόνος=βούς+φόνος).
Συνοπτικώς, λοιπόν, οι12 μήνες( ή οι13 με τον εμβόλιμο) τού Αρχαίου Ελληνικού Ημερολογίου
ήσαν οι εξής, σε αντιστοίχιση με την σύγχρονη ονομασία:

Η χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων στην Αρχαία Ελλάδα και οι Ολυμπιάδες

Η χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων, αρχικά, δεν ήτο ενιαία στην Αρχαία Ελλάδα. Κάθε Πόλις-Κράτος είχε τον δικό της τρόπο να τοποθετεί χρονικά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Για τον σκοπό αυτόν, πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθή και σημαντικά αστρονομικά γεγονότα, όπως οι εκλείψεις τού Ηλίου.
Στην Αρχαία Αθήνα, αρχικώς, χρονολογούσαν με ενιαίο τρόπο τα ιστορικά γεγονότα επί τή βάσει τού Καταλόγου τών Επωνύμων Αρχόντων. Έτσι, επί παραδείγματι, αναφέρεται, ότι ο Πεισίστρατος έγινε Τύραννος τών Αθηνών επί Άρχοντος Κωμέου. Τούτη η αναφορά, με την βοήθεια και άλλων πληροφοριών, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι αυτό το σημαντικό ιστορικό γεγονός έλαβε χώραν στην Αθήνα το έτος5 60 π.Χ., κατά την χριστιανική χρονολόγηση.
Στην Αρχαία Σπάρτη, χρονολογούσαν επί τή βάσει τού καταλόγου τών πρώτων Εφόρων.

Οι Ρωμαίοι χρονολογούσαν από το έτος κτίσεως τής Ρώμης( έτος753 π.Χ. ).
Γίνεται, λοιπόν, φανερό, ότι ο διαφορετικός τρόπος χρονολόγησης τών ιστορικών γεγονότων στα διάφορα μέρη τής Αρχαίας Ελλάδος εδημιουργούσε και προβλήματα συνεννόησης μεταξύ τών ανθρώπων.

Αργότερα, ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, το οποίο απεδέχθησαν όλοι οι Έλληνες στην Αρχαία Ελλάδα ως χρονικό σημείο αναφοράς για την χρονολόγηση τών ιστορικών γεγονότων, ήτο η πρώτη γραπτή χρονική αναφορά για την
πραγματοποίηση τών Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία με την ευθύνη τού Κράτους τής
Ήλιδος.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, που ετελούντο στην Ολυμπία προς τιμήν τού Διός, πατέρα τών θεών, άρχισαν, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, πολύ πριν από τον8ο αιώνα π.Χ., και ιδρυτής τους στην Μυθολογία αναφέρεται ο Ηρακλής. Αλλά η πρώτη γραπτή καταχώριση Ολυμπιακών Αγώνων έγινε για τους Αγώνες τού έτους776 π.Χ. Η καταγραφή έγινε τον5ο αιώνα π.Χ., από τον Σοφιστή, Ιππία τον Ηλείο, ο οποίος πρώτος συνέταξε κατάλογο τών νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί καταγράφεται ως πρώτος Ολυμπιονίκης ο Ηλείος δρομέας Κόροιβος. Οι Αγώνες τότε περιελάμβαναν ένα μόνον Αγώνισμα: τον δρόμο ενός σταδίου ( 192,28 μέτρα).
Ο νικητής στο αγώνισμα αυτό έδινε και το όνομά του στους συγκεκριμένους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Αργότερα, μετά από52 χρόνια, προσετέθησαν και άλλα αγωνίσματα.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, επραγματοποιούντο κάθε4 έτη, και για την ακρίβεια κάθε49 ή50 μήνες εναλλάξ, δεδομένου ότι, όπως είπαμε παραπάνω, μία πλήρης οκτωχρονιά( ενν ε αετηρ ίς) είχε99 μήνες( 8Χ12 =96 μήνες και3 ε μβ όλ ι μ ο υς μήνες=99 μήνες=49+50).
Ο μήνας τού Κράτους τής Ήλιδος, κατά τον οποίον ετελούντο οι Ολυμπιακοί Αγώνες,
ήτο την μία φορά ο Απολλώνιος, και την επόμενη φορά ο μήνας Παρθένιος.
Με άλλα λόγια, οι Αγώνες ετελούντο το Καλοκαίρι προς το Φθινόπωρο(Αύγουστος–Σεπτέμβριος):
“ γίνεται δε ο αγών ποτέ μεν δια μθ΄ μηνών, ποτέ δε δια ν΄, όθεν και ποτέ μεν τώ
Απολλωνίω μηνί, ποτέ δε τώ Παρθενίω επιτελείται»(«Πραγματοποιούνται,λοιπόν,οι
Ολυμπιακοί Αγώνες, την μία φορά μεν μετά από49 μήνες, την άλλη δέ μετά από50 μήνες, και γι’
αυτό την μία φορά τελούνται κατά μήνα Απολλώνιον, την άλλη φορά δέ κατά μήνα Παρθένιον»,
Σχολιαστής Πινδάρου, Ολυμπ. 5.35 ).

Όταν έφθανε η εποχή τών Ολυμπιακών Αγώνων, οι Ηλείοι εκήρυσσαν την Ιερή Εκεχειρία( παύση τών πολέμων και τών εχθροπραξιών), στέλνοντας πρέσβειςμε αυτό το μήνυμα σε όλες τις Πόλεις-Κράτη τής Ελλάδας(Παυσανίας5.20.1, όπου υπάρχει και το κείμενο τής Ιερής Εκεχειρίας επάνω στον Δίσκο τού Ιφίτου, Παυσανίας 5.4.5 – 6, Πλουτ. Λυκ.1.1 και 23.2 , Θουκ.
5.49).
Στους Αγώνες μπορούσαν να πάρουν μέρος μόνον γνήσιοι Έλληνες και ελεύθεροι πολίτες,
δηλαδή, όπως μας πληροφορεί ο Ιστοριογράφος Ηρόδοτος, δεν μπορούσαν να πάρουν μέρος
βάρβαροι( δηλ. μή ΄Ελληνες):« ού βαρβάρων αγωνιστέων είναι τον αγώνα αλλά
Ελλήνων» ( Ηρόδ.5.22).

Από τα μέσα τού5ου Π.Χ. αιώνος στους Ολυμπιακούς Αγώνες παρουσίαζαν έργα τους μεγάλοι συγγραφείς, καλλιτέχνες, ποιητές, ρήτορες, όπως ο Ηρόδοτος, ο Λυσίας, ο Ιππίας ο Ηλείος, ο Γοργίας, κ.ά.

Έτσι, οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν αποκτήσει πλέον πανελλήνια απήχηση και αίγλη. Και, ως πανελλήνιο σημαντικό και περιοδικό( ανά τέσσαρα έτη) ιστορικό γεγονός, μπορούσε να χρησιμοποιηθή για την χρονολόγηση άλλων γεγονότων.
Το χρονικό διάστημα τών τεσσάρων ετών, που ακολουθούσε από την πραγματοποίηση τών
Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι και την επόμενη διοργάνωση ονομαζότανε: Ολ υ μπιάς.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες τού776 π.Χ., απετέλεσαν, λοιπόν, την χρονική αφετηρία επί τη βάσει
τής οποίας οι Ηλείοι και αργότερα όλοι οι Έλληνες χρονολογούσαν πλέον τα επόμενα ιστορικά
γεγονότα.
Η τετραετία από τους Αγώνες τού776 μέχρι την παραμονή τής πραγματοποιήσεως τών επομένων (δεύτερων στην σειρά) Ολυμπιακών Αγώνων ονομάσθηκε1ηΟλυμιάς.
Η2η Ολυμπιάς αναφέρεται στο χρονικό διάστημα

από τουςδεύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες τού έτους772 π.Χ. ( κατά την χριστιανική χρονολόγηση), μέχρι την πραγματοποίηση τώντρίτων στην σειρά Ολυμπιακών Αγώνων τού768 κ.ο.κ.
Έτσι, αρίθμιζαν όλες τις Ολυμπιάδες: 1ηΟλυμπιάς, 2η, 3η, 4η,5η Ολυμπιάς κλπ.
Για τον προσδιορισμό μάλιστα τών ενδιαμέσων ετών μεταξύ δύο
Ολυμπιάδων, χρησιμοποιείται η έκφραση, όπως:«Το 2οέτος
τής πρώτης Ολυμπιάδος», που σημαίνει το έτος775, καθ’ ότι
το πρώτο έτος τήςπρώτης Ολυμπιάδος είναι το έτος
πραγματοποίησης τώνπρώτων Ολυμπιακών Αγώνων τού776.

Επίσης: το2ο έτος τής2ης Ολυμπιάδος σημαίνει: έχει περάσει μία πλήρης Ολυμπιάς( η1η = 4 έτη) και δύο ακόμη έτη από τους2ους Ολυμπιακούς Αγώνες, άρα6 έτη από την έναρξη τής1ης Ολυμπιάδος. Συνεπώς, το2ο έτος τής2ης Ολυμπιάδος= 777-6=771. Αλλοιώς: οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 772 ( 776-4=772). Πρώτο έτος τής2ης Ολυμπιάδος είναι το772, άρα το2ο έτος τής2ης Ολυμπιάδος είναι το771(772-1=771).
Πολλά σημαντικά ιστορικά γεγονότα στην Αρχαία Ελλάδα μάς παραδίδονται με χρονολόγηση

επί τή βάσει τής αρίθμησης τών Ολυμπιάδων. Έτσι, Αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί, όπως ο Ερατοσθένης, ο Απολλόδωρος, ο Διόδωρος κλπ, στηριζόμενοι στην χρονολόγηση επί τή βάσει τών Ολυμπιάδων, μάς παρέδωσαν πραγματικές και αξιόπιστες χρονολογικές μελέτες ιστορικών γεγονότων τής Αρχαίας Ελλάδος.
Αναφέρουμε ενδεικτικώς δύο παραδείγματα από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία:
1) Παραδίδεται στις αρχαίες γραπτές πηγές, ότι η Ναυμαχία τής Σαλαμίνος συνέβη κατά το
πρώτον έτος τής75ηςΟλυμπιάδος( Ολυμπιάς75,1).
Για να υπολογίσουμε το έτος πραγματοποιήσεως τής ιστορικής αυτής ναυμαχίας, κατά την
χριστιανική χρονολόγηση( πρό Χριστού, μετά Χριστόν), προβαίνουμε στους εξής υπολογισμούς:
α) Όταν συνέβη η ναυμαχία, είχαν παρέλθει74 πλήρεις Ολυμπιάδες και ένα ακόμη έτος από την
75ηΟλυμπιάδ α.
β) υπολογίζουμε το πλήθος τών ετών, που περιλαμβάνουν οι74 Ολυμπιάδες και προσθέτουμε το
ένα ακόμη έτος: 74Χ4+1=297 έτη.
γ) Το297 το αφαιρούμε από το 777 (αφού, όπως έχουμε σημειώσει, το πρώτο έτος τής1ης
Ολυμπιάδος είναι το776). Είναι, λοιπόν, 777-297=480 π.Χ., κατά την χριστιανική χρονολόγηση.
Δηλαδή, η ναυμαχία τής Σαλαμίνος έλαβε χώραν το έτος480 π.Χ., κατά την χριστιανική
χρονολόγηση.
2) παραδίδεται από τον Έλληνα Ιστορικό,Ηρόδοτο, ότι η Μάχη τού Μαραθώνος μεταξύ
Ελλήνων και Περσών έλαβε χώραν κατά το3ο έτος τής72ηςΟλυμπιάδος( Ολυμπιάς72 ,3).
Με όμοιους, όπως ανωτέρω, υπολογισμούς, προκύπτει ότι το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός
συνέβη κατά το έτος: 490 π.Χ. κατά την χριστιανική χρονολόγηση ( 71Χ4+3=287, 777-287=490).

Εάν σήμερα συνεχίζαμε να χρονολογούμε επί τή βάσει τών Ολυμπιάδων, με1η την Ολυμπιάδα τού Κοροίβου ( 776 π.Χ.), το έτος που διανύουμε ( 2006 μ.Χ. κατά την χριστιανική χρονολόγηση) θα το αριθμούσαμε ως το2ο έτος τής696ηςΟλυμπιάδος, ή2.782 μ.Ο.( μετά την πρώτην
Ολυμπιάδα).

Βέβαια, οι Ολυμπιακοί Αγώνες στον Ιερό τόπο τής Ολυμπίας εκράτησαν, όπως γνωρίζουμε, επί1.169 συνεχή έτη( από το776 π.Χ. μέχρι το393 μ.Χ. , σύνολο293 ΟΛΥΜΠΙΑΔΕΣ), και δεν κατέρευσαν από μόνοι τους.
Τους κατήργησε το393 μ.Χ. «με φωτιά και τσεκούρι» οΙσπανόςFlavius Theodosius ή
Θεοδόσιος Α΄, Αυτοκράτορας τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο επονομασθείς« Μέγας »(!) , ένα έτος ακριβώς πριν πεθάνει, δρομολογώντας έτσι το« πολιτιστικό έργο» τής«νέας Τάξης
πραγμάτων», που επιβλήθηκε με την νέα θρησκεία, και το οποίο υλοποιήθηκε με απίστευτες καταστροφές στην Ελλάδα, με
εξανδραποδισμούς, βασανιστήρια, εκτελέσεις και δολοφονίες χιλιάδων ελλήνων που πίστευαν στην αρχαία ελληνική θρησκεία, με τήν καταστροφή τής Βιβλιοθήκης τής Αλεξάνδρειας, και γενικά με τον βανδαλισμό, και την μετατροπή σε ερείπια αμέτρητων «ειδωλολατρικών» ναών, έργων τέχνης και άλλων μνημείων στην Ελλάδα!
Χρόνια μετά την κατάκτηση τής Ελλάδος από τους Ρωμαίους,επιβλήθηκε στην Ελλάδα η χρονολόγηση από κτίσεως Ρώμης ( 753 π.Χ.), η οποία συνυπήρχε με την χρονολόγηση επί τή βάσει τών Ολυμπιάδων(776 π.Χ.) και με την χρονολόγηση«από Διοκλητιανού»( 284μ.Χ.).
Η χρονολόγηση από την γέννηση τού Χριστού επεβλήθη τον6οαιώνα μ.Χ., και την εισηγήθηκε ο Σκύθης μοναχός στην Ρώμη,
Διονύσιος ο Μικρός, το532 μ.Χ. –
——————————-
Ο τροχός του χρόνου της Ελληνικής χωροχοροστορίας!

Πηγή

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

21. ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ










ΠΕΡΙ ΈΛΛΗΝΟΣ

21.1 Η πολιτεια ξυνεστηκε μιμησις του καλλιστου βιου. ( Η πολιτεια εχει συσταθη σαν απεικονησης του τελειοτατου βιου). ΠΛΑΤΩΝ. Νομοι 817

21.2 Πολιτειας σ’ εστιν ειδη τρια ,ισαι δε και αι παρεκβασεις, οιον φθοραι αυτων. Εστι δ’ αι με πολιτειαι βασιλεια τε και αριστοκρατια, τριτη δ’ η τιμοκρατικη πολιτεια. Τουτων δε βελτιστη μεν η βασιλεια , χειριστη δε η τιμοκρατια. ( Υπαρχουν τριων ειδων πολιτευματων κι άλλες τοσες παρεκβασεις, δηλαδη φθορες αυτων και τα ειδη τους είναι/ η βασιλεια, η αριστοκρατια και τριτη η τιμοκρατια. Απ’ αυτά τα πολιτευματα το αριστον είναι η βασιλεια και το χειριστον η τιμοκρατια). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Ηθικα Νικομαχεια. Η΄,1160

21.3 Διο και γενη εξ είναι ρητεον πολιτειων. Τρια μεν α…προειρηται, τρια δε τα τουτοις συμγυη λεγω δε μοναρχιαν, ολιγαρχιαν, οχλοκρατιαν. Πρωτη μεν ουν ακατασκευως και φυσικως συνισταται μοναρχια….εκ ταυτης γενναται μετα….διορθωσεως βασιλεια. Μεταβαλλουσης δε ταυτης εις τα συμφυη κακα, λεγω δ’ εις τυραννιδα, αυθις εκ της τουτων καταλυσεως αριστοκρατια φθεται. Και ταυτης εις ολιγαρχιαν εκτραπεισης κατά φυσιν, του δε πληθους οργη μετελθοντος τας των προεστωτων αδικιας, γενναται δημος. Εκ δε της τουτου παλιν υβρεως και παρανομιας αποπληρουται συν χρονοις οχλοκρατια.

( Δι αυτό πρεπει ν’ αναφερουμε εξ ειδη πολιτευματων .τρια αυτά που αναφεραμε πιο πανω και τρια αλλα συνημμενα , εννοω την μοναρχια, την ολιγαρχια και την οχλοκρατια. Πρωτη ατεχνως αναπτυσσεται η μοναρχια….απο αυτή διορθωμενη η βασιλεια. Κι όταν αυτή μεταβληθη εις το συμφυτον κακον πολιτευμα, δηλαδη στην τυραννια, παλι από αυτή την καταλυσιν αυτης ξυφυτρωνη η αριστοκρατια κι όταν αυτή εκτραπη στην ολιγαρχιαν κι ο λαος εξοργισθη για τις αδικιες των αρχοντων, τοτε γεννιεται η δημοκρατια. Από την υπεροψιαν τελος του λαου και την παρανομια με τον καιρον γινεται η οχλοκρατια). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Ηθικα Νικομαχεια Η΄ 1161

21.4 Πολιτεια τροφη ανθρωπων εστι, καλη μεν αγαθων η δ’ εναντια κακων. ( Η πολιτεια είναι τροφος των ανθρωπων. η καλη βεβαιως δια τους καλους κι η κακη δια τους κακους). ΠΛΑΤΩΝ. Μεν ΙΙΙ (238 C).

21.5 Των πολιτων εργον εστιν η σωτηρια της κοινωνιας. ( Η σωτηρια της πολιτειας είναι καθηκον των πολιτων). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικα. Γ΄, 4

21.6 Αρετη πολιτου δοκει είναι το αρχειν και αρχεσθαι. ( Η αρετη του πολιτου είναι να εξουσιαζη και να εξουσιαζεται). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικα. Γ΄, 4

21.7 Πολιτης …… ουδενι των αλλων οριζεται μαλλον η τω μετεχειν κρισεως και αρχης. ( Το κυριον γνωρισμα του πολιτου είναι να δυναται να γινεται αρχων και δικαστης). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικα. Γ΄, 1

21.8 Νομιζω ομοιως αγαθον πολιτην είναι, ος και του σωματος τε και της ουσιας προνοηται. μαλιστα γαρ αν ο τοιουτος και τα της πολεως δι’ αυτόν βουλοιτο ορθουσθαι. ( Νομιζω επισης ότι ο εντιμος πολιτης είναι αυτος που προνοει για τον εαυτον του και για την περιουσιαν του. γιατι αυτος ο πολιτης επιθυμει να πηγαινουν καλα τα πραγματα της πολεως και για το δικον του συμφερον). ΝΙΚΙΑΣ. (Θουκιδυδου ΣΤ΄ ).

21.9 Πεπονηται ο πολιτικος περι την αρετην. ( Ασκηται ο πολιτικος στο αμονι της αρετης). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Ηθικα Νικομαχεια. Α΄, 13

21.10 Πολει τα βελτιστα συμβουλευειν. ( Να συμβουλευης την πολιν σου οσα νομιζεις αριστα). ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ. Διοδενης Λαερτιος.

21.11 Τις αριστη πολις, εν η παντες ως τυραννον φοβουνται τον νομον. ( Ποια πολις είναι αριστη, αυτή στην οποιαν ολοι φοβουνται τον νομον σαν τυραννον). ΒΙΑΣ. Στοβαιου Ανθολ.

21.12 Αι γαρ πολεις εις’ ανδρες,, ουκ ερημια. ( Οι ανδρες συγκροτουν τις πολεις κι όχι η ερημια). ΣΟΦΟΚΛΗΣ. Αντιγονη 737.

21.13 Ζηνων εφη δειν τας αρετας κοσμειν ουκ αναθημασιν, αλλα ταις των οικουντων αρεταις. ( Ο Ζηνων ειπε ότι πρεπει να στολιζονται οι πολεις όχι με αφιερωματα ,αλλα με τις αρετες των πολιτων που την κατοικουν). ΖΗΝΩΝ. Στοβαιου Ανθολ.

21.14 Πολις εστι κοινωνια πολιτων πολιτειας. ( Κρατος είναι η ενωσις των πολιτων με βασην το κοινον πολιτευμα). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικα. Γ΄, 3

21.15 ….Προστατην γε του βιου τον ογκον εχομεν τω τα’οχλω δουλευομεν. ( …Την ζωην μας την κυβερνα το μεγαλειον ,δουλευοντας για τον λαον ( ο Αγαμεμνων λεγει για λογαρισμον και δια των υπολοιπων βασιλεων ). ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ. Ιφιγενεια εν Αυλιδι 450

21.16 Ησυχαζουση πολει τα ακινητα νομιμα αριστα. ( Σε πολιτεια που ζη σε γαληνη , ( που δεν ταρασσεται από κοινωνικους αγωνες), οι αμεταβλητοι θεσμοι είναι οι καλυτεροι). ΘΟΥΚΙΔΥΔΗΣ. Α΄, 71

21.17 Ω ται λιπαραι και ιοστεφανοι και αοιδιμοι, Ελλαδος ερεισμα, κλειναι Αθηναι, δαιμονιον πτολιεθρον. ( Ω λαμπρη και ιοστεφανωμενη και χιλιοτραγουδημενη, προπυργιον της Ελλαδος, ξακουστη Αθηναι, πολις θεικη). ΠΙΝΔΑΡ. Αποσπ. 76

21.18 Λεγω την πολιν της Ελλαδος παιδευσιν είναι ( Βλεπω ότι η πολις μας (η Αθηανι) είναι σχολειον ( κεντρον μορφωσεως) ολης της Ελλαδος). ΘΟΥΚΙΔΥΔΗΣ. Επιταφ. Β΄, 41

21.19 Αθηναιος ων πολεως της μεγιστης και ευδοκιμωτατης εις σοφιαν και ισχυν. ( Ο Αθηναιος είναι από την μεγαλυτεραν και την πιο φημισμενην πολιν σε σοφια και δυναμιν (λεγει ο Σωκρατης ). ΠΛΑΤΩΝ. Απολογια Σωκρατους. 29d

21.20 Αστυ της Ελλαδος ( Αληθινη πρωτευουσα της Ελλαδος) ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ. Αντιδ. 299

21.21 Την των κρατουντων μαθε φερειν εξουσιαν. (Μαθε να υποφερης την εξουσια των αρχωντων). ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ. Γνωμικα. Μον

21.22 Ανθρωπος φυσει πολιτικον ζωον. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικα (Α΄,2 1253)

21.23 Ου του ζην μονον ενεκε, αλλα μαλλον του ευ ζην ενεκα εκοινωνησαν (οι ανθρωποι). ( Οι ανθρωποι δημιουργησαν κοινωνια όχι μονον για να εξυπηρετουν την ζωην των, αλλα πολύ περισσοτερον για να εξασφαλισουν μια καλυτερη ζωη). ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Πολιτικα, Γ΄, 9

21.24 …..Βακχου θ’ ιερονικαισιν ευμενεις μολετε προσπολοισι , τα ντε δοριστεπτον καρτει ‘ Ρωμαιων αρχαν αυξετ’ αγηρατω θαλλουσαν φερενικαν. (…..τους νικητες των ιερων αγωνων υπηρετες του Βακχου ευμενεις ελατε , και των Ρωμαιων την εξουσια την δαφνοστεφανωμενην προικιστε με αγεραστη δυναμιν, για να είναι θαλερη και νικηφορα). ΛΙΜΗΝΙΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Παιαν και προσοδιον εις τον Απολλωνα.

21.25 Χαιρε μοι, ‘Ρωμα, θυγατερ Αρηος , χρυσεομιτρα δαιφρων ανασσα, σεμνον α ναιεις επι γας Ολυμπον αιειν αθραυστον. Συ μονα , πρεσβιστα δεδωκε Μοιρα κυδος αρρηκτω βασιληον αρχας οφρα κοιρανηον εχοισα καρτος αγεμονευης….. ( Χαιρε Ρωμη , θυγατερ του Αρεως, χρυσοστεφανωμενη, ανασσα σοφη, που στον σεπτον Ολυμπον επανω στην γη κατοικεις τον αιωνιον αθραυστον. Εις σε μοναχα σεβαστοτατη, εδωσε η Μοιρα δοξα βασιλικη εξουσιας αρρηκτης, να εχεις την δυναμιν αρχοντα και να ηγεμονευεις….). ΜΕΛΙΝΩ Η ΛΕΣΒΙΑ. Υμνος προς την Ρωμην

21.26 …..Αλλ’, ω Φοιβε σωσε θεοκτιστον Παλλαδος αστυ και λαον κλεινον, συν τε θεα, τοξων δεσποτι Κρησιων κυνων τ’ Αρτεμις, ηδε Λατω κυδιστα … ( …Αλλα Φοιβε σωσε την θεοκτιστην πολιν της Παλλαδος, τον ξακουστον λαον, και μαζι του κι εσυ θεα, δεσποινα των τοξων και των κρητικων κυνων , Αρτεμι, κι εσυ Λητω ενδοξοτατη…). ΛΙΜΗΝΙΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Παιαν και προσοδιον εις τον Απολλωνα.

21.27 Αλλ’ αρα , ω Μελητε , μηοι εν τη εκκλησια, οι εκκλησιασται, διαφθειρουσι τους νεωτερους ,η κακεινοι βελτιους ποιουσιν απαντες. ( Αλλα τοτε Μελητε, μηπως αυτοι εις την εκκλησια, οι εκκλησιαζουμενοι (η Εκκλησια του Δημου σ.σ.) διαφθειρουν τους νεωτερους, η και εκεινοι ολοι τους κανουν καλυτερους ). ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Πλατωνος Απολογια Σωκρατους ΧΙΙ 27

ΌΛΑ!......ΠΕΡΙ ΈΛΛΗΝΟΣ!


ΚΩΔΙΞ ΈΛΛΗΝ