Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Τα Παιδιά του Ομήρου



ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ/WE ARE ALL THE CHILDREN OF HOMER ΤΟΥ ΤΡΕΙΣΙ ΛΙ ΣΊΜΟΝΣ
Αποδίδεται συχνά στον 'Αγγλο μυθιστοριογράφο και δοκιμιογράφο Μόρις Μπέρινγκ (Maurice Baring) το ευφυολόγημα πως «την "Ιλιάδα" και την "Οδύσσεια" δεν τα έγραψε ο Όμηρος, αλλά κάποιος άλλος, συνονόματός του». Όποιος κι αν το είπε αυτό, πιάνουμε αμέσως το αστείο. Ο Όμηρος, ο υπέρτατος ποιητής του δυτικού πολιτισμού -και σχεδόν πάντα ο πρώτος που αναφέρεται στα σχετικά προγράμματα διδασκαλίας- μεταβλήθηκε τα τελευταία δυόμισι χιλιάδες χρόνια σε μυθικό πρόσωπο -κι έχει πάψει να είναι ένα πρόσωπο που μπορούμε να αναπαραστήσουμε τη ζωή του, ούτε καν κατά προσέγγιση.
Ακόμα και στους καιρούς του Αριστοτέλη, όπως τους φαντάστηκε ο Ρέμπραντ (Rembrandt), ο Όμηρος ήταν ήδη μια εικόνα, μια προτομή, ένα αντικείμενο που το θαυμάζει κανείς εξ αποστάσεως. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, πλήθος ερευνητών υπέθεσαν πως ο τυφλός βάρδος είναι φανταστικό πρόσωπο, μια επιδέξια σύνθεση μιας πλειάδας ποιητών, μία μεγάλη ιδέα -όχι μία μεγάλη προσωπικότητα.
 Το μυστήριο γίνεται ακόμα ελκυστικότερο από το ό,τι είναι αδύνατο να λυθεί. Έτσι, αντί να γράψει μια βιογραφία τουΟμήρου, ένα έργο εξάλλου που είναι μάλλον αδύνατο να το φέρει κανείς εις πέρας λόγω ισχνών στοιχείων, ο Αργεντινός κριτικός και μεταφραστής Αλμπέρτο Μανγκέλ (Alberto Manguel) μας προτείνει μία «βιογραφία» των ίδιων των ομηρικών επών. Αποδεικνύεται δε πως οι τρισχιλιόχρονοι σχεδόν βίοι τους πράγματι είναι τουλάχιστοαντάξιοι των πιο αντιφατικών και συναρπαστικών βιογραφιών.
 Ο Μανγκέλ φυσικά ξεκινά αυτοπροσώπως από τον ποιητή των επών (ή την ποιήτριά τους ή τους ποιητές τους). Οι θεωρίες σχετικά με την ταυτότητα του Ομήρου ποικίλουν, σε βαθμό υπερβολής. Έχουμε την κλασσική πλέον παράδοση του τυφλού ραψωδού που τραγουδούσε τις περιπέτειες της «Ιλιάδας» πολλούς αιώνες μετά τα γεγονότα του τρωικού πολέμου, αν και ο Ερατοσθένης -γνωστός κατά τα άλλα ως ο πρώτος άνθρωπος που υπολόγισε την περίμετρο της Γης- θεωρούσε πως ο Όμηρος ήταν σύγχρονος του Αχιλλέα και του Έκτορα. Έχουμε επίσης την προκλητική άποψη, που πρότεινε τον 19ο αιώνα ο Σάμιουελ Μπάτλερ (Samuel Butler), πως δηλαδή ο συγγραφέας, ιδίως της «Οδύσσειας», ήταν γυναίκα. Ή την άποψη -πολύ δημοφιλή σήμερα- πως ο Όμηρος στην πραγματικότητα ήταν μια μακρά σειρά ποιητών, που έζησαν επί σειρά γενεών.
 Όπως και να 'ναι, πρόκειται για τον πρώτο, κι ίσως πιο σημαντικό, «αστερίσκο» στην ιστορία της λογοτεχνίας. Επτά πόλεις φιλονικούν για το ποια έχει την τιμή να είναι η γενέτειρά του: η Σμύρνη, η Χίος, ο Κολοφών, η Σαλαμίνα της Κύπρου, η Ρόδος, το 'Αργος κι η Αθήνα. Η αδυναμία μας να επιλύσουμε τη διαφορά τους ενισχύει, για να μην πούμε πως αποδεικνύει, πως ο Όμηρος ως πρόσωπο είναι πλέον αμετάκλητα ακατάληπτος.
 Δε συμβαίνει το ίδιο με τα έπη του, τα γεμάτα ανθρώπινες σκιές που αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία του δυτικού ανθρώπου από την αρχαιότητα κι εντεύθεν. Ο τραγωδός του 5 π.Χ. αιώνα Αισχύλος, ισχυριζόταν πως όλα του τα έργα δεν ήταν παρά «ψίχουλα μαζεμένα από την πλούσια τράπεζα του Ομήρου».
 Ο Όμηρος έδωσε πλούσιο υλικό στους φιλοσόφους: στους «διαλόγους» του, ο Πλάτων τον αναφέρει... 331 φορές.Για τους Έλληνες που αντιμετώπισαν τους Πέρσες κατά τη διάρκεια των μηδικών πολέμων, η απομνημόνευση ευρέων αποσπασμάτων των επών του Ομήρου και η δυνατότητα σχολιασμού τους, ταυτιζόταν με την έννοια της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης.
 Οι Ρωμαίοι, που εμπέδωσαν αργότερα την πολιτική τους ισχύ και την πολιτιστική τους ηγεμονία, θεωρούσαν επίσης τα έργα του Ομήρου ως τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε εκπαιδευτικού προγράμματος, αν κι έδιναν μεγαλύτερη σημασία από τους Έλληνες στα άφθονα ηθικά διδάγματά των ομηρικών επών. Ο πυλώνας της λατινικής λογοτεχνίας, η «Αινειάδα» του Βιργιλίου (Vergilius) είναι ακατανόητη εκτός του πλαισίου που προσδιορίζει η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια».
 Ο Μανγκουέλ δίνει ιδιαίτερο βάρος στο ευχάριστο έργο της ανάδειξης των πολύ διαφορετικών τρόπων με τους οποίους διαβάστηκαν τα ομηρικά έπη κατά τη διάρκεια των αιώνων. Οι χριστιανοί τα διάβασαν ως «προοιωνίσεις» της θρησκείας τους, οι μουσουλμάνοι το ίδιο.
 Όπως δε συμβαίνει με όλα τα μεγάλα πολιτιστικά έργα με υψηλό φαντασιακό δυναμικό, κάθε γενιά καλείται να ξαναανακαλύπτει εξ αρχής το έργο του Ομήρου, και να εγκαθιδρύσει μαζί του έναν ανεπανάληπτο διάλογο, στη δική της γλώσσα.
 Το μεσαίωνα, ο Δάντης (Dante) τοποθετεί τα έπη στο κέντρο του πάνθεον των λαμπρών πνευματικών αριστουργημάτων του παρελθόντος. Η επανεμφάνιση της πρωτότυπης, ελληνικής τους έκδοσης (μέχρι τον 15ο αιώνα τα ομηρικά έπη ήταν γνωστά κυρίως μέσω των λατινικών τους μεταφράσεων), συνέβαλε αποφασιστικά στηναναγέννηση.
 Ο Μίλτον (Milton) έγραψε προσπαθώντας να μιμηθεί τον Όμηρο. Η αγγλική λογοτεχνία θα ήταν αδιανόητη χωρίς την αγγλική μετάφραση της «Ιλιάδας» από τον Αλεξάντερ Πόουπ (Alexander Pope) και την επιρροή που άσκησε αυτή στον Κιτς (Keats), μεταξύ άλλων. Η ιστορία του 20ού αιώνα θα ήταν εντελώς διαφορετική χωρίς το αρχέτυπο του μοντερνισμού, τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις (James Joyce).
 Δεν πρόκειται για μία υπόθεση αναζήτησης λογοτεχνικών επιρροών: από την εποχή της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας», κάθε συγγραφέας ανήκει αναγκαστικά στην κατηγορία των «ομηροειδών», των απογόνων του Ομήρου.
 Το πόσο πολύ όμως έχουν σφραγίσει την εποχή μας -όπως κι όλες τις προηγούμενες- αναδεικνύεται από το ίζημα που έχουν αφήσει στη συλλογική μας μνήμη κι από τις δονήσεις που εξακολουθούν να ασκούν στο μυαλό κάθε σύγχρονου ανθρώπου.
 Από τις γραμμές των ομηρικών επών πηγάζουν δύο από τις πιο θεμελιακές υπαρξιακές μεταφορές που μας καθορίζουν όλους: την αντίληψη της ζωής ως μάχης («Ιλιάδα») και της ζωής ως ταξίδι («Οδύσσεια»)· όλες οι πόλεις συντήκονται με την Τροία, και όλοι οι άνθρωποι με τον Οδυσσέα. Εξακολουθούμε να αντλούμε το λεξιλόγιο της ανθρώπινης πάλης και της ελπίδας από τα ομηρικά έπη.
 Όπως λέει ο Μανγκουέλ, χάρη σε αυτά τα έπη «είχαμε από πολύ παλιά στη διάθεσή μας το βασικό λεξιλόγιο για να ονοματίζουμε τις πιο περίπλοκες εμπειρίες μας και τις πιο σκοτεινές μας επιθυμίες».
 Πολύ περισσότεροι του ενός προσεκτικοί αναγνώστες δια μέσου των αιώνων παρατήρησαν πως τα δύο αυτάαριστουργήματα χαρακτηρίζονται από μία απόκοσμη, παράταιρη «ανοικτότητα». Παρά τις ατέλειωτες σκηνές μαχών και περιπλανήσεών τους, με όλα τα δάκρυα και τους θριάμβους τους, τα ομηρικά έπη τελειώνουν, αλλά δεν ολοκληρώνονται.
 Αφήνουν πάντα εκκρεμότητες, όπως σε μεγάλο βαθμό το κάνει η ίδια η ζωή.

Ο TRACY LEE SIMMONS είναι καθηγητής δημοσιογραφίας

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου