Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Πάτροκλος Ακτορίδης


Ο Αχιλλέας επιδένει τον τραυματισμένο βραχίονα του Πατρόκλου (παράσταση σε κύπελλο του Ζωγράφου του Σωσία).
Ο Πάτροκλος ήταν ο ηνίοχος του Αχιλλέα αλλά σε αυτή την  μάχη, την  θέση του ηνίοχου πήρε ο Αυτομέδων. Ο Φοίβος Απόλλων ξαρματώνει τον Πάτροκλο την τέταρτη φορά που προσπαθεί να ανεβεί τα τείχη και ο Εύφορβος τον χτυπάει με την λόγχη στη μέση και φεύγει. Αυτόν τον  πληγωμένο μισοπεθαμένο  Πάτροκλο, αποτελειώνει ο "γενναίος" Έκτωρ  και πάνω στο νεκρό του σώμα που το  πατά  και το σπρώχνει υβριστικά στο χώμα, χλευάζει, καυχιέται και καγχάζει αλαζονικά.
Για όσους  έχουν μελετήσει καλά τα Έπη τα Ομηρικά, αυτά είναι γνωστά.


Ο Πάτροκλος (αρχ. ελλ. Πάτροκλος ή Πατροκλῆς < πατῆρ + κλέος (δόξα), "η δόξα του πατέρα, αυτός που δοξάζει τον πατέρα του") ήταν γιος του Μενοίτιου και εγγονός του Άκτορα και της Αίγινας εξ ου και Ακτορίδης επονομαζόμενος. Ήταν ο επιστήθιος και ο μοναδικός φίλος του Αχιλλέα, του οποίου ο παππούς, ο  Αιακός, ήταν γιος της Αίγινας όπως και ο Μενοίτιος. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και ζούσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Οπούντα της Λοκρίδας, σκότωσε πάνω στο παιχνίδι ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλησώνυμο, το γιο του Αμφιδάμαντα. Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανάθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα σαν δικό του παιδί.
Κατά την Ιλιάδα του Ομήρου ο Πάτροκλος συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο είτε ως φίλος του Αχιλλέα, είτε και ως πρώην μνηστήρας της Ελένης (κατ΄ άλλο μύθο) στον οποίο μάχονταν με ιδιαίτερο θάρρος και τόλμη μέχρι που ο Αχιλλέας, λόγω της γνωστής προστριβής του με τον Αγαμέμνονα αποσύρθηκε στο στρατόπεδό του. Όταν όμως οι Αχαιοί πιέζονταν δεινά από τους Τρώες, ο Πάτροκλος ζήτησε από τον Αχιλλέα να περιβληθεί αυτός την πανοπλία εκείνου προσδοκώντας ότι θα εκφόβιζε τους Τρώες. Φορώντας λοιπόν την πανοπλία του αδελφικού του φίλου Αχιλλέα και θέλοντας να δώσει μια καλύτερη τύχη στη μάχη εναντίον των Τρώων, επιτίθεται επικεφαλής των Μυρμιδόνων. Στη δραματική εκείνη φάση του αγώνα όπου οι Τρώες είχαν φθάσει στα πλοία των Αχαιών και ήταν έτοιμοι να τα πυρπολήσουν, η θυελλώδης ορμή του Πατρόκλου τους ανάγκασε να επιστρέψουν σχεδόν άτακτα στα τείχη τους. Κατά τη διάρκεια όμως της τρίτης εφόδου που επιχείρησε ο Πάτροκλος για την άλωση της Τροίας ξαφνικά χτυπήθηκε από τον Απόλλωνα και καταλήφθηκε από σκοτοδίνη με συνέπεια να περιέλθει σε κατάσταση αναισθησίας. Στην κατάσταση αυτή πρώτος τον έπληξε ο Εύφορβος εκ των όπισθεν και δεύτερος που επεχείρησε και το θανατηφόρο κτύπημα ήταν ο Έκτορας ο οποίος και στη συνέχεια έγινε κύριος της πανοπλίας του Αχιλλέα. Ακολούθησε σκληρή πάλη Αχαιών και Τρώων πάνω από τη σορό του Πατρόκλου, η οποία και τελικά περιήλθε στα χέρια των πρώτων που τη μετέφεραν στη σκηνή του Αχιλλέα.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Π Ιλίάδος 786-865

Η νέα παρέμβαση του Φοίβου -
Το τέλος του Πάτροκλου

Αλλ' όταν τέταρτην φοράν ωσάν θεός ορμούσε,
τότε σου εφάνη, Πάτροκλε, το τέλος της ζωής σου·
ότι στην μάχην σου 'λθ' εμπρός τρομακτικός ο Φοίβος.
Και δεν τον είδε, ως έρχονταν, στην ταραχήν της μάχης,
μες στην κατάχνια ολόκλειστος· του εστήθη οπίσω ο Φοίβος,
με την παλάμην πετακτήν τού επάταξε τους ώμους
και όλην την ράχιν· κι έστριψαν τα μάτια του Πατρόκλου.
Και ο Φοίβος απ' την κεφαλήν τού επέταξε το κράνος,
που αντήχησε, ως εκύλησε στα πόδια εκεί των ίππων·
και η χαίτη του στα χώματα μολύνθη και στο αίμα.
Και ως τότε δεν εγίνετο να μολυνθεί στο χώμα
ο κώνος λαμπροφούντωτος, που έσκεπε τ' ωραίο
μέτωπο και την κεφαλήν του θείου Αχιλλέως·
και τότε το 'δωκεν ο Ζευς του Έκτορος να σκέπει
την κεφαλήν του κι έφθανε σ' αυτόν η μαύρ' ημέρα.
Κι εκόπη το μακρόσκιο κοντάρι στην παλάμην
το λογχοφόρο, το βαρύ, και του 'πεσε απ' τους ώμους
μ' όλον τον τελαμώνα της η κροσσωμένη ασπίδα.
Και ο Φοίβος, του Διός υιός, τον θώρακα του λύει.

Πάτροκλος και ΕύφορβοςΕθεοκρούσθη ο Πάτροκλος, του ελύθηκαν τα μέλη
και θαμπωμένος έμεινε· και οπίσω με την λόγχην
τον κτύπησ' ένας Δάρδανος των ώμων εις την μέσην,
ο Πανθοΐδης Εύφορβος, που επρώτευε των άλλων
στην λόγχην, εις το τρέξιμο και στην ιππομαχίαν.
Όταν πολέμου αμάθητος πρωτήλθεν ιππομάχος,
είκοσι άνδρες μόνος του κατέβασε απ' τους ίππους.
Αυτός πρώτος σ' ελόγχισεν, ω Πάτροκλε ιππομάχε,
και δεν σε φόνευσε, κι ευθύς την λόγχην απ' το σώμα
άρπαξε και μες στον στρατόν εσύρθη, δεν εστάθη
ν' αντιταχθεί στον Πάτροκλον, αν και ξαρματωμένον
.
Αλλ' ως το χέρι του θεού τον δάμασε και η λόγχη,
προς τους συντρόφους έστρεφε την μοίραν να αποφύγει.

Πάτροκλος και Έκτορας
Και ο Έκτωρ απ' τες φάλαγγες, άμ' είδε τον γενναίον
Πάτροκλον ν' αποσύρεται κονταροπληγωμένος, 
προχώρησε, του εστήθη εμπρός, και μέσα εις το λαγγόνι 
την λόγχην όλην έμπηξε κι η άκρη εβγήκε πέρα.
Έπεσε και κατήφεια στους Αχαιούς εχύθη.
Και ως λέοντας και αδείλιαστος αγριόχοιρος στο όρος
μάχονται μεγαλόψυχα για μια μικρή βρυσούλα,
ότι να πιουν θέλουν και οι δυο με λύσσαν, ώσπου ο χοίρος
ασκομαχώντας ξεψυχά στον λέοντ' αποκάτω·
ομοίως τον ανδράγαθον υιόν του Μενοιτίου, 
πολλών φονέα μαχητών ο Πριαμίδης Έκτωρ
με λόγχην εθανάτωσε κι επάνω του εκαυχήθη: 
«Την πόλιν μας, ω Πάτροκλε, θαρρούσες ν' αφανίσεις, 
και δούλες στην πατρίδα σου να πάρεις τες γυναίκες, 
ανόητε! Και ακούραστα γι' αυτές ετρικυμίζαν 
τ' άλογα τα φτερόποδα του Έκτορος, κι εκείνος, —
που είμαι πρώτος μαχητής των φιλομάχων Τρώων, 
και δεν θα ιδούν, ενόσω ζω, την δουλικήν ημέρα·
και τώρα σε τα όρνεα θα φάγουν εις την Τροίαν.
Άθλιε! Δεν σε ωφέλησεν ο ανδρείος Αχιλλέας· 
θα σου παράγγελνε πολλά την ώραν που εκινούσες: 
"Να μη γυρίσεις Πάτροκλε ιππόμαχε, στα πλοία
πριν σχίσεις εις του Έκτορος τα στήθη τον χιτώνα
βαμμένον εις το αίμα του"· αυτά θα είπ' εκείνος
και αυτά τα λόγια σ' άρεσαν, ανόητος ως είσαι».
Και, Πάτροκλε, του απάντησες με την ψυχήν στο στόμα:
«Έκτορ, καυχήσου όσο ημπορείς, τώρα που ο Ζευς και ο Φοίβος 
την νίκην σού εχάρισαν — και αυτοί με καταβάλλουν
εύκολ', αφού μου αφαίρεσαν τα όπλ' από τους ώμους.
Κι είκοσιν όμοιοι με σε να είχαν έλθει εμπρός μου
όλοι νεκροί θα έπεφταν στην λόγχην μου αποκάτω. 
Εμένα η μοίρα εφόνευσεν η μαύρη με τον Φοίβον 
και απ' τους θνητούς ο Εύφορβος· τρίτος εσύ με γδύνεις. 
Και άκουσε ακόμα τι θα ειπώ και βάλε το στον νου σου·
ολίγες ειν οι μέρες σου· και ιδού σε παραστέκει
η μοίρα η παντοδύναμη κι η ώρα του θανάτου,
οπού απ' το χέρι αδάμαστο θα πέσεις του Αχιλλέως
». 
Με αυτά τα λόγι' απέθανε· και κλαίοντας θλιμμένη
την μοίραν, που νεότητα και ανδρείαν της επήρε, 
από τα μέλη του η ψυχή κατέβηκε στον Άδη. 
Νεκρόν τον επροσφώνησεν ο λαμπροφόρος Έκτωρ: 
«Ω Πάτροκλε, τον θάνατον γιατί μου προμαντεύεις;
Ποιος ξέρει μήπως ο Αχιλλεύς, της Θέτιδος ο γόνος,
χάσει αυτός πρώτος την ζωήν στην λόγχη μου αποκάτω;»
Είπε και μέσ' απ' την πληγήν, πατώντας τον, την λόγχην
ανέσπασε και ανάσκελον τον έσπρωξε στο χώμα.
Κι ευθύς στον Αυτομέδοντα με το κοντάρι εχύθη,
που είχε ακόλουθον λαμπρόν ο ασύγκριτος Πηλείδης,
να τον κτυπήσει, αλλ' έπαιρναν αυτόν οι ταχείς ίπποι, 
οι αθάνατοι, που οι θεοί χαρίσαν του Πηλέως.

Μετάφραση: Ι.  Πολυλάς




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου